Ο μεγάλος αποχαιρετισμός – Ρ. Τσάντλερ

Οι αποχαιρετισμοί αποτελούν ευγενές υλικό, στο οποίο η τέχνη καταφεύγει ακάματα. Παράδοξο, καθότι η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη από τέτοιους, πάσης φύσεως, σε βαθμό κοινοτοπίας. Κι αν η κοινοτοπία παραμένει η συγκολλητική ουσία της καθημερινότητάς μας, το αυτό δεν ισχύει ευτυχώς στην περίπτωση της τέχνης.

Εκεί, ο αποχαιρετισμός λαμβάνει διαστάσεις δυσθεώρητες, αποτελεί υλικό άξιο τραγωδίας, οι χειρονομίες μετατρέπονται σε διακηρύξεις και οι σιωπές -πριν ή μετά- σε ουρανομήκεις κραυγές. Στα χέρια ενός συγγραφέα-στιλίστα όπως ο Ρ. Τσάντλερ, το μυστήριο, το έγκλημα, η δράση και όλα εκείνα τα στοιχεία που συναποτελούν το noir είδος καθαίρονται από την παραδοσιακή και κυριολεκτική τους χρήση για να ανέλθουν σε μια άλλη σφαίρα, εκείνη της τέχνης (γι’ αυτό και δεν έχει καμία σχέση με το βρετανικό, απλοϊκής γραφής, whodunit).

Αν ο Hammett υπήρξε ας πούμε ο ιδρυτής του είδους, ο Chandler υπήρξε ο θεμελιωτής, ο καλλιτέχνης, ο Προμηθέας που έκρυψε τη φλόγα της τέχνης και εμφύσησε ζωή σε κάτι που μέχρι πρότινος θεωρείτο περιθωριακό. Το noir είναι αμερικανικό δημιούργημα. Είναι η εκδίκηση της Δημοκρατίας του Νέου Κόσμου ενάντια στο σάπιο, ολιγαρχικό φάντασμα του Παλιού Κόσμου (κυρίως της Βρετανίας) που αντιμετώπιζε τους χαρακτήρες ως πιόνια σε μια σκακιέρα, ως χάρτινες φιγούρες.

Το noir έκανε μια σαφή ταξική στροφή και έφερε το…ρεμπέτικο στην όπερα. Βούτηξε στα λύματα, αλίευσε από τον υπόνομο, αγάπησε το περιθώριο, τους πένητες, τους λοξίες, τους αποτυχημένους, τους παρίες. Έδειξε ότι το έγκλημα διαπράττεται όχι χάριν της αισθητικής φύσεως ευχαρίστησης που θα αποφέρει σε εκείνον που επιλύει τον γρίφο, αλλά ως αποτέλεσμα πασχόντων ανθρώπων. Ανθρώπων που έχουν σπρωχτεί στο περιθώριο, ανθρώπων που ο έρωτας, η ζήλια, οι ενοχές, η απληστία οδήγησε εκεί. Και πίσω από εκείνους ένα εξίσου διεφθαρμένο σύστημα, μαικήνες και κροίσοι που χειραγωγούν, εξουσίες όπως ο τύπος έτοιμες να ξεπουληθούν στον μεγαλύτερο πλειοδότη, αρχές αστυνομικές και δικαστικές έρμαια των ισχυρών.

Και εν τω μέσω αυτών, μια ηθική αρχή: ο ιδιωτικός ντετέκτιβ (εν προκειμένω, ονόματι Φ. Μάρλοου). Ένας απευθείας απόγονος του Δον Κιχώτη, κι ακριβώς όπως εκείνος, ένας ήρωας μισερός, χθόνιος όχι υπερκόσμιος, με αδυναμίες και σημαντικά ελλείματα. Η επιλογή του ντετέκτιβ ως κεντρικού ήρωα, προσφέρει δύο σημαντικά πλεονεκτήματα: αφενός δεν ανήκει υποχρεωτικά στο σύστημα (αν και λειτουργεί εντός του), αφού σε αντίθεση με τον αστυνομικό δεν είναι υπάλληλος του κράτους, επομένως αυτονομείται τόσο όσον αφορά την επιλογή των πελατών του όσο και στον τρόπο δράσης του.

Αφετέρου, λόγω των αστυνομικών δεξιοτήτων του και του ρόλου του, χρησιμοποιείται ως «δίκης οφθαλμός», ως όργανο δικαιοσύνης, όχι με την τυπική και νομικίστικη μορφή της (είπαμε, δεν είναι κρατικός λειτουργός) αλλά στην πλέον αφηρημένη, ενίοτε αφελή, αλλά συγκινητικά δονκιχωτική εκδοχή απονομής Δικαιοσύνης. Η οποία μπορεί να μην είναι καθ’ όλα ή σε κάθε περίπτωση νόμιμη, πλην όμως στοιχίζεται απόλυτα με το γνωστό (αναγνωστικό) «κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Ο ντετέκτιβ όσο κι αν βυθίζεται στο τέναγος του εγκλήματος και της διαφθοράς, όσο κι αν τον μολύνει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σήψης, βγαίνει πάντα αλώβητος. Όχι, εδώ δεν ισχύει ο μανιχαϊστικός τρόπος σκέψης του τύπου «μέρος του προβλήματος ή μέρος της λύσης» – όλοι είναι αναπόφευκτα μέρος και των δύο. Όπως έχω ξαναγράψει, ο ήρωας μένει σχεδόν πάντα στο παρασκήνιο αφήνοντας τις πληγωμένες ψυχές που βρίσκει στον δρόμο του να αφηγηθούν τις αλήθειες τους που είναι σχεδόν πάντα ψέματα – όχι απαραίτητα εσκεμμένα, κυρίως διότι οι άνθρωποι πρώτιστα ψεύδονται στον εαυτό τους. Είναι ο ιδανικός παρατηρητής (όπως κι ο συγγραφέας εξάλλου), το private eye που επισκοπεί τα ανθρώπινα πάθη, τις αδυναμίες, τα ελαττώματα των παραβατικών, των πενθούντων, των εγκληματιών και των θυμάτων τους, όλων εκείνων που διέρρηξαν τους δεσμούς τους με το κοινωνικό σύνολο.

Στο, κατά τον συγγραφέα, κορυφαίο έργο του, ο Μάρλοου καλείται να επιλύσει εγκλήματα, αν κι αυτό αποτελεί το έναυσμα για τον συγγραφέα να μιλήσει για τη φιλία, για τον έρωτα, το πάθος και τη ζωή. Γράφει για ανθρώπους που υποφέρουν γιατί δεν είναι τέλειοι, γιατί είναι ελαττωματικοί, γιατί συχνότερα υποπίπτουν στα πάθη και τις ανασφάλειές τους και γι’ αυτό εγκληματούν. Γράφει για την εξουσία που διαφθείρει, αλλά και για ανθρώπους που διαφθείρουν άλλους ανθρώπους. Και μετά σταματάει τη δράση για λίγο και στρέφεται σε ένα νεύμα, σε μια κίνηση, σε ένα ποτήρι ουίσκι και στον σερβιτόρο του οποίου το βλέμμα δηλώνει παραίτηση, σε έναν τύπο γυναίκας, στο παιχνίδι του φλερτ, στο υπαρξιακό άγχος του πρωταγωνιστή.

Και εκεί ακριβώς μεγαλουργεί ο μεγάλος συγγραφέας αναδεικνύοντας την ομορφιά, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Αντόρνο: «Να θεωρήσουμε όλα τα πράγματα όπως αυτά θα εμφανίζονταν από τη σκοπιά της λύτρωσης… να δούμε τον κόσμο όπως θα εμφανιστεί κάποια ημέρα στο μεσσιανικό φως». Και ο Φίλιπ Μάρλοου του Τσάντλερ είναι ένας εκπεσών άγγελος που αναζητά ματαίως τα «φτερά τα πρωτινά του τα μεγάλα», προσδοκώντας την επιστροφή, την ίδια στιγμή γνωρίζοντας πόσο μάταιη είναι η ελπίδα του.

2 σκέψεις σχετικά με το “Ο μεγάλος αποχαιρετισμός – Ρ. Τσάντλερ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s