Ημερολόγιο Μόσχας – Β. Μπένγιαμιν

1η δημοσίευση: Book Press

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν κοίταξε τον Άγγελο της Ιστορίας (Angelus Novus) και φοβήθηκε. Γιατί αυτό που είδε εκεί ήταν η ίδια του η μοίρα, καθώς εκείνος απέστρεφε το πρόσωπό του από τη φρίκη των ανθρώπινων έργων. Η επίγνωση, η ενσυναίσθηση, η ευαισθησία, όμως, δεν υπήρξαν ποτέ προτερήματα επιβίωσης, δεν είναι εξελικτικά πλεονεκτήματα  – τουναντίον αποτελούν άχθος, κάτι που σε κρατά πίσω όταν όλα τα ένστικτα ουρλιάζουν απεγνωσμένα το αντίθετο. Τι ωφέλησε τον μεγάλο αυτόν Γερμανό το μεγαλείο του μυαλού του, η αναλυτική του σκέψη, η καλλιτεχνική του ευαισθησία; Εικασίες μόνο μπορούμε να κάνουμε και να κρίνουμε βεβαίως εκ του αποτελέσματος. Και το αποτέλεσμα ήταν ή ήττα σε πολλαπλά επίπεδα και, τέλος, βεβαίως η αυτοκτονία για να μην πέσει στα βδελυρά χέρια των ναζιστών συμπατριωτών του.

Προτού φτάσει όμως εκεί, ο συγγραφέας διάνυσε τα τελευταία μίλια της βασανισμένης του ζωής ερχόμενος αντιμέτωπος με μια βάναυση εποχή. Εποχή αντιφάσεων εσωτερικών και εξωτερικών, εποχή πολεμικών συγκρούσεων ιδεολογικών και μη, με αντίτιμο την ψυχική και συχνότερα τη σωματική υγεία των εμπλεκομένων. Ο Μπένγιαμιν δεν ήταν από εκείνους που λιποψύχησαν. Άνθρωπος με ακέραιο χαρακτήρα, με ισχυρό πνευματικό υπόβαθρο, φιλόσοφος και άνθρωπος των γραμμάτων χρησιμοποίησε το ευρύ πνευματικό του εκτόπισμα στην ανάλυση των συγκαιρινών του ιδεών.

Στην πνευματική και ιδεολογική του σκευή συνυπήρξε ο ιστορικός υλισμός, ο γερμανικός ιδεαλισμός και ο εβραϊκός μυστικισμός. Αφηρημένες ιδέες που όμως, καθόλου τυχαία, ενσαρκώνονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον πολυτάραχο βίο του: T. Adorno και M. Horkheimer (Σχολή της Φρανκφούρτης και Κριτική Θεωρία), B. Brecht (αισθητική και υλισμός), αλλά και ο παντοτινός του φίλος Gershom Scholem μελετητής της Καββάλα. Άνθρωποι που δοκιμάστηκαν σε αντίξοες συνθήκες, άφησαν το αποτύπωμά τους ο καθένας στη ζωή του άλλου και όλοι μαζί συνέγραψαν κάποια κεφάλαια του μεγάλου βιβλίου του 20ού αιώνα.

Το «Ημερολόγιο της Μόσχας»

Ήδη βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 20 (συγκεκριμένα μεταξύ 1926 και 1927) όταν ο Μπένγιαμιν αποφασίζει να επισκεφτεί τη Μόσχα για ένα δίμηνο, το κέντρο της επανάστασης των Μπολσεβίκων. Το ταξίδι το οποίο ενέπνευσε το ημερολόγιο αυτό είχε διττό χαρακτήρα: έναν προσωπικό και έναν κοινωνικό. Ο Μπένγιαμιν ήταν ένας ερωτευμένος άντρας και ένας δημόσιος διανοούμενος. Και η Μόσχα ήταν ο τόπος εκείνος όπου οι δύο πλευρές του έδωσαν ραντεβού: με τη γυναίκα ο ένας, με την ιστορία ο άλλος. Και οι δύο γνώρισαν την απόρριψη. Και ετούτο το ημερολόγιο είναι η καταγραφή της αποτυχίας τους.

Το κοινωνικό/ πολιτικό

Ο τόπος εν αρχή: Η Μόσχα, πατρίδα της επανάστασης του 1917. Το σημείο αναφοράς των απανταχού επαναστατών όπου Γης, η κόκκινη Μέκκα, εκεί όπου το όνειρο εκατομμυρίων κολασμένων της Γης έγινε -υποτίθεται- πραγματικότητα. Ήδη έχει περάσει μια δεκαετία από τις ηρωικές ημέρες της εισβολής στα Χειμερινά Ανάκτορα, όταν οι προλετάριοι οργανώθηκαν από τον Τρότσκι στον Κόκκινο Στρατό αντιμετωπίζοντας την εισβολή των καπιταλιστικών χωρών, σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο από τον οποίο οι Μπολσεβίκοι βγήκαν νικητές. Ήταν οι ημέρες του λεγόμενου πολεμικού κομμουνισμού όπου η καλλιτεχνική πρωτοπορία (αν και είχε ήδη ξεκινήσει μια δεκαετία πριν) είχε δώσει τον δικό της αγώνα, φέρνοντας φρέσκο αέρα σε ένα αποτελματωμένο ακαδημαϊκό ευρωπαϊκό κατεστημένο.

Πλούτος ιδεών, η ορμή του νεοφώτιστου, η αντανάκλαση στο καλλιτεχνικό επίπεδο των ιδεολογικών ζυμώσεων σ’ όλες τις τέχνες: εικαστικές, μουσική, θέατρο, σινεμά κλπ. Σ’ αυτή τη Μόσχα, αλλά και την Πετρούπολη και τη Ρωσία, τα τελευταία 10-20 χρόνια Τιτάνες έχουν αφήσει ήδη το αποτύπωμα της παρουσίας τους, έχουν μπολιάσει τον νέο κόσμο με το όραμά τους, έχουν εμπλουτίσει το ένδοξο παρελθόν με ένα εξίσου ζωντανό παρόν, οραματιζόμενοι τα μελλούμενα. Ονόματα όπως ο Μέγερχολντ, ο Μαγιακόφσκι, ο Αϊζενστάιν, ο Βερτόφ, η Πόποβα, ανατίναξαν τις συμβάσεις, διανοίγοντας νέους δρόμους στην τέχνη, το ωστικό κύμα των οποίων συνεχίζει να παρενοχλεί δημιουργικά τους συγχρόνους μας.

Ταυτόχρονα το πολιτικό όν, ο επαναστάτης/ μαρξιστής Μπένγιαμιν αφήνει το Βερολίνο με σκοπό να δει από κοντά την πρωτεύουσα της επανάστασης, με απώτερο στόχο του την ένταξη. Πιθανώς η λέξη αυτή για τους περισσότερους να είναι ακούγεται αδιάφορη, ιδίως στην εποχή μας όπου έχει εκφυλιστεί ώστε να παραπέμπει σε προνόμια και σκοτεινές διαδρομές. Την εποχή εκείνη όμως η ένταξη, ιδίως σε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα, ήταν μια πράξη απόλυτη και ολοκληρωτική. Σήμαινε δέσμευση και συμπόρευση ως τον θάνατο, ο οποίος δεν ήταν διόλου απίθανος. Σήμαινε απόλυτη υπακοή στην ανώτατη αρχή του Κόμματος, πλήρη αποδέσμευση από τις όποιες προσωπικές, ηθικές και κοινωνικές δεσμεύσεις και ολοκληρωτική αποδοχή των αρχών, της ιδεολογίας και των επιταγών του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η διαγραφή από τις τάξεις του Κόμματος αποτελούσε αφενός έγκλημα καθοσιώσεως στα μάτια των μελών και των οπαδών, αφετέρου κατέστρεφε εκ θεμελίων τη ζωή εκείνου που εξέπιπτε της κομματικής χάριτος.

Ακριβώς αυτή η δέσμευση για έναν διανοούμενο του επιπέδου και ειδικού βάρους του Μπένγιαμιν ελάμβανε δυσθεώρητες διαστάσεις, σε σύγκριση με εκείνη ενός προλετάριου όπου έβρισκε φιλόξενη στέγη στο Κόμμα. Ο διανοούμενος, εν δυνάμει προδότης της τάξης του (ο Μπένγιαμιν υπήρξε γόνος πλούσιας οικογένειας και Εβραίος με ακαδημαϊκή καριέρα) έπρεπε να υπερβεί την ταξική του παρακαταθήκη, αυτό το άχθος που τον τελμάτωνε συχνότερα στα αβαθή νερά της καπιταλιστικής κοινωνίας. Από την άλλη, ακόμα πιο δύσκολο, να παραμερίσει τους όποιους ενδοιασμούς και όλα εκείνα τα μοναδικά στοιχεία που τον καθιστούσαν διανοούμενο – την περίπλοκη σχέση του με το υπάρχον, τις αμφιταλαντεύσεις που τον παρέσυραν δημιουργικά, την αναπόφευκτη εξελικτική πνευματική του πορεία που αντιστεκόταν στις νόρμες, τα δόγματα, τις επαγγελίες και τις ντιρεκτίβες. Δεν είναι τυχαίο που η ένταξη ενός διανοούμενου στο Κόμμα συνεπαγόταν, μετά από ελάχιστο χρόνο, πνευματικό μαρασμό, σταδιακή απόσυρση, ευνουχισμό και εν τέλει διακοσμητική παρουσία σε συνέδρια και δημόσιες εκδηλώσεις. Αν και στο «Ημερολόγιο Μόσχας» ο Μπένγιαμιν αναφέρεται ακροθιγώς στα ζητήματα αυτά, η αγωνία του είναι σαφής, έχοντας βεβαίως επίγνωση του τι θα συνεπαγόταν ετούτο το μέγα βήμα για τον ίδιο τον άνθρωπο και τον διανοούμενο.

Έχει δε αξία να αναφέρω εδώ το ότι ήδη είχαν αρχίσει να εμφανίζονται σύννεφα στον μέχρι τότε σχετικά ανέφελο ουρανό της σοβιετικής ουτοπίας. Ο Λένιν ήταν νεκρός και ο αιματηρός αγώνας της διαδοχής στο ΚΚΣΕ είχε ξεκινήσει. Ο Στάλιν και οι συν αυτώ από τη μία, η Αντιπολίτευση από την άλλη με τον Τρότσκι επικεφαλής ακόνιζαν τα συντροφικά μαχαίρια τους. Δεν έχουμε όμως εισέτι φτάσει στις στημένες Δίκες της Μόσχας, στη επικράτηση του Στάλιν και την οριστική εγκαθίδρυση της κομματικής Δικτατορίας επάνω στο προλεταριάτο – τη στιγμή που ο Ψεύτης Ήλιος θα ανατείλει οριστικά επάνω από τη σοβιετική επικράτεια διαλύοντας για πάντα τις όποιες ψευδαισθήσεις, αφήνοντας πίσω εκατομμύρια νεκρούς και μια μελανή σελίδα στην ιστορία του 20ού αιώνα.

Είμαστε λοιπόν ακόμα μακριά από τη φρίκη, αν και τα σημάδια είναι εκεί. Πλην όμως ελάχιστοι μπορούσαν -ή είχαν τη διάθεση- να τα διακρίνουν (τιμή στην Έμμα Γκόλντμαν, σε μια από τις πλέον επαναστατικές εμπνεύσεις της σύγχρονης ιστορίας όταν δήλωνε: «Αν δεν μπορώ να χορέψω, δεν είναι η δική μου Επανάσταση», αλλά και κάποιους ελάχιστους που στάθηκαν απέναντι) και ο Μπένγιαμιν σίγουρα δεν θα μπορούσε να είναι ένας από εκείνους. Κι όμως, τελικά δεν έκανε το απονενοημένο διάβημα και δεν εντάχθηκε στις γραμμές του Κόμματος. Δεν είναι διόλου τυχαίο, κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην πρωτεύουσα, το γεγονός της επαφής του με κύκλους που ανήκαν στην Αντιπολίτευση και στη συνέχεια εκτοπίστηκαν ή εξοντώθηκαν ως Τροτσκιστές από το δικτατορικό καθεστώς. Ούτε το γεγονός ότι ο ίδιος ο επιφανής Λουνατσάρσκι, όπως βέβαια αναφέρεται χαρακτηριστικά στο Ημερολόγιο, απέρριψε το λήμμα «Γκαίτε» που ο Μπένγιαμιν είχε προετοιμάσει για τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια.

Δύσκολο για τον αναγνώστη να κατανοήσει πλήρως από τα καταγεγραμμένα στο Ημερολόγιο, κατά πόσον η δίμηνη παρουσία του εκεί τον απέτρεψε από την ένταξη ή ήταν ένα σύνολο διεργασιών που οδήγησε στην απόφαση αυτή. Η μοσχοβίτικη περιπέτειά του δεν προσφέρει στον αναγνώστη κάποια εύκολα συμπεράσματα. Ο Μπένγιαμιν εμφανίζεται εδώ ως παρατηρητής της νέας πραγματικότητας, κινείται στο παγωμένο τοπίο κυρίως με τα πόδια, εξερευνά τις τοπικές αγορές, παρατηρεί τους ανθρώπους, την προφανή έλλειψη στοιχειωδών ανέσεων και αγαθών. Εν συνεχεία παρακολουθεί παραστάσεις της πρωτοπορίας (συνήθως του Μέγερχολντ) αλλά και ήσσονος σημασίας (η γάγγραινα με το όνομα «Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός» είχε ήδη ξεκινήσει να κατατρώει το σώμα της πρωτοποριακής τέχνης), καθώς επίσης και σινεμά, επισκεπτόμενος μουσεία, εκκλησίες, μελετώντας την αρχιτεκτονική.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αναγνώστη του ημερολογίου έχει η εμμονή του Μπένγιαμιν με τα κάθε λογής παιδικά παιχνίδια, τα οποία αγοράζει σε κάθε ευκαιρία – από λαϊκές αγορές, από πάγκους, από καταστήματα. Ετούτο το πάθος, δηλωτικό της ιδιοσυγκρασίας του ανθρώπου, προσδίδει στο Ημερολόγιο τρυφερότητα και ψήγματα ψυχικής ομορφιάς. Πολλώ δεν μάλλον καθώς είναι κάτι που σπανίζει στις υπόλοιπες σελίδες, όπου η κατήφεια, η απαισιοδοξία, η απόσταση και το επικρατών ψύχος στις μεταξύ των εμπλεκομένων σχέσεις ανοίγει ανυπέρβλητα χάσματα.

Το προσωπικό/ αισθηματικό

Μια Επανάσταση και μία Γυναίκα. Ποιος από τους λόγους αυτούς υπήρξε πιο σημαντικός για την επίσκεψη του Μπένγιαμιν στη Μόσχα; Η απάντηση είναι σαφής: Η Άζια Λάτσις, η Λετονή μπολσεβίκα ηθοποιός και σκηνοθέτης θεάτρου, την οποία γνώρισε και ερωτεύτηκε στο Κάπρι, βρίσκεται στη Μόσχα. Ο Μπένγιαμιν είναι βέβαια παντρεμένος με την Ντόρα Κέλνερ με την οποία έχουν παιδί, όμως η καρδιά του ανήκει στην Άζια και σ’ αυτήν επιστρέφει τώρα. Η επιστροφή όμως είναι επώδυνη. Η γυναίκα είναι άρρωστη και τον περισσότερο καιρό της διαμονής του βρίσκεται στο σανατόριο, όπου οι επισκέψεις πραγματοποιούνται με το σταγονόμετρο και συνήθως παρουσία τρίτων ή του συντρόφου της του Ράιχ. Αλλά ακόμα και κατά την επιστροφή στο σπίτι της, σπάνια οι δυο τους βρίσκονται μόνοι. Οι σιωπές του ημερολογίου κι όσα ο Μπένγιαμιν αφήνει να διαφανούν δεν θυμίζουν τίποτα από ό,τι θα ανέμενε κάποιος από μια επανένωση αγαπημένων προσώπων. Οι αποστάσεις, οι σιωπές, η ψυχρότητα επικρατούν, όπως επίσης και η σωρευμένη ένταση των κουρασμένων και ανεκπλήρωτων προσδοκιών που οδηγούν σε εκρήξεις πικρίας.

Τις περισσότερες φορές που το ζευγάρι συναντιέται το αποτέλεσμα είναι μάλλον θλιβερό. Σπανίως υπάρχει συμφιλίωση, τρυφερότητα που διαρκεί ως το τέλος, καθώς είτε διακόπτεται από την παρουσία του Ράιχ είτε από άλλους παράγοντες που δεν διευκρινίζονται απαραίτητα. Σπαράγματα έρωτα διακρίνουμε κατά καιρούς, νοσταλγικής κυρίως υφής, σπανιότερα με αντίκρισμα στο μέλλον. Κάποιες ελαφρές υπόνοιες περί μελλοντικής κοινής πορείας δεν έχουν συνέχεια, ενώ η οπισθοδρόμηση και η συνακόλουθη απόσταση δίνει την απάντηση στα όποια αναπάντητα ερωτήματα. Αυτό που αποζητά ο Μπένγιαμιν δεν δείχνει να ταυτίζεται με τις επιθυμίες της Άζια, η οποία στο Ημερολόγιο καταγράφεται ως απόμακρη, ψυχρή, μια γυναίκα σε κρίση πολλαπλή: υγείας, ταυτότητας, ηλικίας, σχέσης. Μια φιγούρα κομπάρσου που μπαινόβγαινε στις σελίδες του ημερολογίου χωρίς ποτέ να αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο, ετερόφωτη, με σκιάσεις που τις προσδιόριζε η διάθεση του συγγραφέα.

Η εξαρχής αυτή προβληματική σχέση παραμένει τέτοια ακόμα και μετά την αποχώρηση του Μπένγιαμιν από τη Μόσχα. Όσα δεν περιέχονται στο Ημερολόγιο καθότι δεν έχουν ακόμα βιωθεί από τους πρωταγωνιστές, πλην όμως έχουν καταγραφεί από την ιστορία αποδεικνύονται τραγικά: ο Μπένγιαμιν επιστρέφει στο Βερολίνο, η Άζια τον επισκέπτεται εκεί αργότερα, περνούν μαζί κάποιο χρόνο, ξαναχωρίζουν για να μη συναντηθούν ποτέ ξανά. Η ιστορία τούς πρόλαβε στον δρόμο. Τον μεν Μπένγιαμιν οι ναζί και ο επακόλουθος θάνατος, τη δε Άζια και τον σύντροφό της Ράιχ οι σταλινικές διώξεις ως τροτσκιστές και ο επακόλουθος εκτοπισμός.

Επίλογος

Το «Ημερολόγιο Μόσχας» θα διαβαστεί από τον σύγχρονο αναγνώστη ως μια ακόμα ανθρώπινη ιστορία που εκτυλίσσεται στο λευκό, αφιλόξενο τοπίο της παγωμένης πόλης της Μόσχας. Στρατιώτες, πολίτες, άλογα, τραμ κινούνται και τη διασχίζουν, και εκεί κοντά βαδίζει ένας πληγωμένος διανοούμενος, πλάνητας και ανέστιος. Η πατρίδα του η Γερμανία του αρνήθηκε τη θαλπωρή της εστίας, μα και η Μόσχα υπήρξε εξίσου σκληρή ερωμένη. Ο ίδιος αυτός άνδρας βούτηξε θαρρετά στα νερά του έρωτα, αλλά κι από εκεί αναδύθηκε ξέπνοος και ακόμα πιο μόνος. Δίχως στέγη, εκτός νόμου, διέσχισε την Ευρώπη για να μεταβεί στην Αμερική, όπου τον πρόσμεναν οι συνοδοιπόροι του της Σχολής. Δεν πρόφτασε όμως. Οι λύκοι τον πρόλαβαν. Ο ερωτευμένος άντρας, ο επαναστάτης διανοούμενος προτίμησε να βάλει ο ίδιος τέλος στη ζωή του.

Γνωρίζουμε ότι οι τελευταίες γραμμές που έγραψε απευθύνονταν στον φίλο του Αντόρνο – δεν θα βρούμε εδώ τη μυθοπλαστική ευκολία ενός τραγικού τέλους μιας ζωής που γίνεται θυσία στον βωμό του χαμένου έρωτα, κλείνοντας με ένα παθιασμένο γράμμα στην Άζια. Θα ήθελα όμως να πιστέψω -αφελής ρομαντικός- ότι στις ύστατες στιγμές του ο Μπένγιαμιν είδε τελικά τον Άγγελο της Ιστορίας κατά πρόσωπο, και ότι Εκείνος τουλάχιστον έδειξε έλεος στη βασανισμένη του ψυχή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s