Περί δυσκολίας – Τζ. Στάινερ

Υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσεις τον Steiner (ομοίως και τον Bloom κ.ο.κ.). Ο πρώτος είναι αυθόρμητος και κοινότοπος: Να τον χαρακτηρίσεις «ελιτιστή» «σχολαστικό», «ακαδημαϊκό» και να ξεμπερδεύεις μαζί του. Ο δεύτερος είναι πιο απαιτητικός, καθότι προϋποθέτει να αφήσεις στον «περίβολο του ναού» το περίτεχνο πλην επαχθές ένδυμα του εγωισμού σου και να προσέλθεις ολόγυμνος, «σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος», στο εκκλησίασμα – ταπεινά θα παραχωρήσεις στον Δάσκαλο τον λόγο, ευελπιστώντας πως διαθέτεις τα εφόδια για να κατανοήσεις, το έλασσον έστω. Και πάλι κερδισμένος θα είσαι.

Γνωρίζω πως ακούγομαι υπερβολικός, αλλά δεν έχω επιλογή. Κάθε επαφή μου με τον Λόγο του Δασκάλου με αφήνει ενεό, δημιουργώντας μου από τη μία αισθήματα ενοχής και θλίψης κι από την άλλη απελευθερωτικά και λυτρωτικά (αναφέρομαι στο τέλος σ’ αυτά). Η μεν ενοχή οφείλεται στη συνειδητοποίηση της προσωπικής μου διανοητικής μειονεξίας, αδυναμίας παρακολούθησης του στοχασμού του σε όλο το εύρος του. Η δε θλίψη οφείλεται στην κατανόηση του γεγονότος πως όσα περιγράφει με την αναγεννησιακού ανθρώπου ευρυμάθειά του φαντάζουν παντελώς αδιάφορα και περιττά στην εποχή της ημιμάθειας και των «αριστουργημάτων ημέρας».

Στην ουσία τώρα του θέματος. Το «Περί δυσκολίας» είναι ένα απαιτητικό βιβλίο, το οποίο δεν χαρίζεται ιδιαίτερα στον αναγνώστη του. Προϋποθέτει πολλά από αυτόν, και ως εκ τούτου η ανάγνωσή μου υπήρξε αποσπασματική και ανολοκλήρωτη, καθότι μου έλειπαν τα απαραίτητα εργαλεία, σε φιλοσοφικό, γλωσσολογικό, σημειολογικό, φιλολογικό επίπεδο. Υπήρξαν βέβαια αρκετά σημεία που με επιμονή και προσοχή μπορεί κάποιος να ξετυλίξει το νήμα των συλλογισμών και να ακολουθήσει τα γραφόμενα.

Το βασικό ερώτημα (έχει πολλά) του βιβλίου είναι σε γενικές γραμμές και απλουστευτικά: «Γιατί δυσκολευόμαστε με ένα ποιητικό ή πεζό έργο;» Παραδείγματος χάρη, τι είναι αυτό που καθιστά τη «Θεία Κωμωδία» ένα ακατάληπτο για τους περισσότερους έργο, την «Έρημη χώρα» του Έλιοτ ή τον «Οδυσσέα» του Τζόυς παντελώς απρόσιτα χωρίς τα «ξυλοπόδαρα των σημειώσεων«; Γιατί το σύγχρονο «εγγράμματο» κοινό δεν αποτελεί παρά σκιά εκείνου της εποχής προ του 1ου Παγκοσμίου, το οποίο κατανοούσε με περισσή ευκολία τις όποιες βιβλικές αναφορές, καθώς και εκείνες που παρέπεμπαν στην ελληνική και λατινική γραμματολογία (για εκείνους τα ελληνικά και τα λατινικά μόνο νεκρές γλώσσες δεν ήταν); Τι έχει αλλάξει και πόσο σημαντικό είναι αυτό;

Οι κάποιες απαντήσεις που επιχειρεί να δώσει ο συγγραφέας δεν είναι δημοφιλείς, δεν προσφέρουν λύτρωση, καθότι δεν κολακεύουν το σύγχρονο αναγνωστικό κοινό. Κατά μία έννοια δεν απευθύνονται καν σε αυτούς που αποκαλεί Επιγόνους. Κι εδώ είναι το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ. Είχα καθ’ όλη τη διάρκεια την εντύπωση πως ο Steiner συνομιλούσε -με κάθε λέξη του- με τους ομογάλακτούς του των προηγούμενων γενεών, έχοντας κατά νου ένα ιδεώδες κοινό πεφωτισμένων αναγνωστών, στους οποίους οι πυκνές αναφορές στη συσσωρευμένη γνώση του δυτικού κανόνα είναι ήδη οικείες.

Αν θα έπρεπε να το θέσω ευθέως και ανυπόκριτα, η άποψη του Steiner φαντάζει στην εποχή του εκδημοκρατισμού της παιδείας και της μαζικής συμμετοχής στα κοινά, σαφέστατα συντηρητική (καθότι προασπίζεται ένα ευγενές παρελθόν), ξεκάθαρα ολιγαρχική (αναφέρεται σε μια μειοψηφία αρίστων) και μάλλον ρομαντική/ουτοπική (απαιτεί μια κοινωνία πιστών που επενδύει στη σιωπή, μακριά από οχλήσεις και μαζικές συναναστροφές). Τίποτε κακό σε αυτό, κατά την άποψή μου, δεδομένου πως εάν αποδέχομαι να επικροτήσω κάποιου είδους ολιγαρχία είναι αποκλειστικά εκείνη του πνεύματος.

Ο Steiner δεν είναι αφελής ώστε να προτείνει κάποια αδύνατη επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν όπου Συγγραφέας και Αναγνώστης κοινωνούσαν από κοινού στο Δισκοπότηρο της Γνώσης, αντιπαραθέτοντάς το με τη συγκαιρινή του διχοτόμηση μεταξύ ενός «ιερατείου» ειδικών και της πλειονότητας που μπορεί να «διαβάσει» αλλά όχι να αναγνώσει. Από την άλλη όμως, δεν δύναται να μην εκφράσει τη συγκρατημένη (και συγκροτημένη) θλίψη του για μια εποχή που χάθηκε ανεπιστρεπτί, μολονότι προφανώς αναγνωρίζει πως υπήρξε το απαραίτητο τίμημα που συνοδεύει τη μαζική κουλτούρα, την είσοδο των μαζών στην ιστορία και της εργαλειακής λειτουργίας της εκπαίδευσης (τα κείμενα γράφτηκαν στη δεκαετία του ’70 προτού ο ατελεύτητα ανερμάτιστος θόρυβος των social media κατακλύσει και τα τελευταία οχυρά της επιλεκτικής απομόνωσης που προϋποθέτει η Ανάγνωση).

Γιατί λοιπόν ο σύγχρονος αναγνώστης να διαβάσει μια συλλογή κειμένων που όχι μόνο δεν έχει σκοπό να τον κολακεύσει, αλλά του υπενθυμίζει συνεχώς τις ελλείψεις του, τις ατέλειες και την μετριότητά του όσον αφορά τα πρότυπα που έχει θέσει; Σε τελική ανάλυση, η άγνοια είναι όντως ευτυχία κι είναι απόλυτα ικανοποιητικό για εμάς τους ημιμαθείς να βαυκαλιζόμαστε ως μονόφθαλμοι εν μέσω τυφλών. Η απάντησή μου σε αυτό είναι απλή: Όχι, κάτι τέτοιο δεν είναι αρκετό, για μένα τουλάχιστον, και γι’ αυτό διαβάζω αυτό το βιβλίο ή παρόμοια.

Μολονότι έχω πλήρη επίγνωση πως ποτέ δεν θα αγγίξω το μεγαλείο, με ικανοποιεί το γεγονός πως κάπου εκεί έξω υπάρχουν απάτητες κορυφές στις οποίες μπορώ πάντα να στραφώ για ενθάρρυνση, όταν το βάρος της άγνοιας (του κόσμου και της δικής μου) με τραβάει συνεχώς προς τον βούρκο.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Περί δυσκολίας – Τζ. Στάινερ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s