Αποσυνάγωγοι – Ο. Ατάι

1η δημοσίευση: Book Press

Ο ήλιος της λογοτεχνίας φωτίζει ολόκληρη την πλάση, όχι αποκλειστικά την Ανατολή ή τη Δύση, και οι ακτίνες του καίνε με την ίδια ένταση. Ως εκ τούτου, απ’ όπου κι αν προέρχεται, η λογοτεχνία είναι ομοούσιος και αδιαίρετη. Το οποίο σημαίνει κι ότι ο συγγραφέας έχει μεν εθνικότητα, καταγωγή, χρόνο και τόπο, αλλά πρώτιστα παραμένει λογοτέχνης, αλλιώς είναι ρεπόρτερ, ντοκιμενταρίστας, ιστορικός – κάτι άλλο, ίσως πιο χρήσιμο κοινωνικά, αλλά όχι συγγραφέας, που πάει να πει επινοητής. Και ο επινοητής είναι άπατρις όταν συγγράφει, ακόμα κι αν επιχειρεί να πείσει για το αντίθετο, ακόμα κι αν ο ίδιος το αρνείται. Ανήκει για πάντα, όχι στην ανθρωπότητα, αλλά στο αναγνωστικό κοινό του, το οποίο προσέρχεται από κάθε γωνιά του πλανήτη για να διαβάσει το έργο του. Κι αυτό είναι η μία από τις πλευρές του Κλασικού «πολύεδρου», άκρως τιμητική και ταυτόχρονα σπάνια.

Εντούτοις, είναι συχνό το φαινόμενο όσοι συγγραφείς προέρχονται από τις λογοτεχνικές παρυφές κι όχι από το Κέντρο, ελλείψει ουσιαστικού ταλέντου να επιχειρούν να διαφοροποιηθούν από τους Τιτάνες προτάσσοντας μια «φολκλορική» διάσταση. Αναφέρομαι σε στοιχεία εθνολογικά, πολιτικά, κοινωνικά, ιστορικά, προκειμένου να καλύψουν την ένδεια λογοτεχνικού οράματος, αφηγηματικού ύφους, πίσω από τα πέπλα της εθνικής τους ταυτότητας. Βασίζονται δε, σε σημαντικό βαθμό, στα συναισθήματα ενοχής του δυτικού κοινού που σπεύδει να αγκαλιάσει τον εκπρόσωπο της Χ μακρινής χώρας, η οποία έχει υποφέρει στο παρελθόν από την «δυτική αποικιοκρατία» ή τώρα ακόμα μαστίζεται από δικτατορία, είναι πτωχή πλην τίμια και συναφή εξωλογοτεχνικά. Δυστυχώς αυτή η οπτική βρίσκει ευήκοον ους, σε συνδυασμό πάντα με την περιέργεια για το εξωτικό – δηλαδή τι συμβαίνει σε χώρες της Ανατολής, της Αφρικής κ.ο.κ. Ο συνδυασμός φολκλόρ, ενοχής και περιέργειας αποτελεί το τρίπτυχο της αποτυχίας, καθώς αναδεικνύει στοιχεία που αρμόζουν σε άλλης μορφής δραστηριότητες, αλλά όχι στη συγγραφή ως επινόηση. Τελικά, εκείνος που αναζητά την ιστορία στη λογοτεχνία, δεν παίρνει ούτε ιστορία ούτε, περισσότερο, λογοτεχνία.

Οι «Αποσυνάγωγοι», ευτυχώς για όλους μας, ΔΕΝ είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Δεν έχει τίποτα φολκλορικό, δεν στηρίζεται στα ξυλοπόδαρα της τουρκικής του ταυτότητας, δεν πουλάει Μικρασία και «Oriental αρώματα». Αυτό σημαίνει ότι δεν απευθύνεται στον αναγνώστη που είναι περίεργος -αλλά εξαιρετικά οκνηρός για να πιάσει ένα ιστορικό βιβλίο- για την «ανατομία της τουρκικής κοινωνίας», του τι σημαίνει να είσαι Τούρκος στη δεκαετία του 70 και τα συναφή. Και αν το έκανε αυτό, δεν θα ήταν ένα βιβλίο υψηλής λογοτεχνικής αξίας, αλλά κάτι άλλο που θα προσέφερε μια πρόσκαιρη ικανοποίηση της ταξιδιωτικής εξ αποστάσεως περιέργειας του περαστικού, αλλά πέραν αυτού τίποτα. Ως αναγνώστης αδιαφορώ παντελώς για τη τουρκική κοινωνία και τα προβλήματά της (όπως και για την ελληνική ή όποια άλλη) όταν ανοίγω ένα βιβλίο επινόησης. Μπορεί παρεμπιπτόντως το περιεχόμενό του να είναι αυτό, καθώς οι πρωταγωνιστές έχουν τοποθετηθεί σε τόπο και χρόνο, αλλά έχω πάντα υπόψη ότι το έργο τέχνης δεν αναπαριστά καμία πραγματικότητα, αλλά ότι αυτή αποτελεί το έναυσμα για να παραδώσει ο καλλιτέχνης ένα προϊόν φαντασίας, οραματισμού και έμπνευσης. Της δικής του, αν τη διαθέτει. Όχι της χώρας του, όχι του «λαού» του, όχι της οικογένειας και των φίλων του. Το επαναλαμβάνει τακτικά κι ο ίδιος ο Azay με έμμεσο και άμεσο τρόπο: «Το βιβλίο που κρατάτε δεν είναι ένα μυθιστόρημα για κοινωνικούς αγώνες…καταπιεσμένους ανθρώπους – είναι το μυθιστόρημα των στεναγμών μιας ψυχής που υποφέρει». Αλλά μάταια, οι άνθρωποι θα δουν αυτό που θέλουν να δουν, προβάλλοντας στην τέχνη τις ιδεοληψίες και τους…στεναγμούς τους. Ας ακούσουμε όμως τον συγγραφέα, θα κερδίσουμε περισσότερα κι αυτό θα επιχειρήσω στη συνέχεια.

Ο αποσυνάγωγος συγγραφέας

Ο Azay είναι, ξανά ευτυχώς για όλους μας, πρώτα Συγγραφέας και μετά Τούρκος όταν γράφει. Δεν ξέρω τι έκανε στη ζωή του και δεν με αφορά (αφορά τους βιογράφους του κι εκείνους που ψάχνουν ερμηνείες στη ζωή του, παραγνωρίζοντας το έργο ή συνδέοντας αυτά τα δύο μπας και εξαγάγουν κάποιο χρήσιμο συμπέρασμα). Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι οι «Αποσυνάγωγοι» είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε μεν στην περιφέρεια αλλά ανήκει για τα καλά στο Κέντρο, στον Δυτικό Κανόνα της λογοτεχνίας – ένα βιβλίο του Μοντερνισμού, με στοιχεία και αναφορές στον Πατέρα όλων Θερβάντες, στον Ντοστογιέφσκι (καίτοι Ρώσος και αντιδυτικιστής αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Κανόνα, καθότι ο πλέον σαιξπηρικός των συγγραφέων) αλλά και στους Ναμπόκοφ / Μπόρχες. Κι αν οι αναφορές είναι αυτές, προκύπτει το φλέγον ζήτημα που συνήθως είναι συντριπτικό για τους περισσότερους επιγόνους των μεγάλων: κατά πόσον το έργο συντρίβεται κάτω από το βάρος τους ή κατορθώνει να ενσωματώσει δίχως να χαθεί, αναδεικνύοντας την προσωπική του ταυτότητα.

Προτού όμως σταθώ σ’ αυτό, λίγα λόγια για την υπόθεση: ο Τουργκούτ μαθαίνει την αυτοκτονία του φίλου του Σελίμ. Το γεγονός αποτελεί αφορμή αναστάτωσης, με συνέπεια στη συνέχεια να επιχειρεί να ανασυνθέσει την ταυτότητα και το παρελθόν του ανδρός μέσω της αναζήτησης κοινών φίλων που ο καθένας συνεισφέρει με τον τρόπο του στην ανάδειξη της προσωπικότητας του Σελίμ. Οι άνθρωποι αυτοί είναι πρόσωπα και ταυτόχρονα αφηγήσεις. Τουτέστιν, ο αναγνώστης διαβάζει αφενός το βιβλίο του Τουργκούτ και στη συνέχεια εκείνα των ανθρώπων που πλαισίωσαν τον εκλιπόντα κάποια στιγμή της ζωής του. Αυτό με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή είναι ένα παλίμψηστο, επικαλύψεις οπτικής, πάντα υπό το πρίσμα του λογοτεχνικού ύφους, με τελικό στόχο τη συναρμογή της κατακερματισμένης εικόνας ενός άνδρα με το όνομα Σελίμ. Αυτό είναι το διακύβευμα και ο λόγος ύπαρξης του βιβλίου αυτού: μια προσπάθεια ανασύστασης του ατόμου μέσω της λογοτεχνίας.

Ως προς τον σκοπό αυτόν, όταν αλλάζουν οι οπτικές γωνίες ανάλογα με τον αφηγητή, αλλάζει και το αφηγηματικό ύφος. Ο Σουλεϊμάν, τα αδέλφια Εσάτ και Αϊσέλ, ο Μετίν και η ερωμένη του Γκιουνσελί, συνεισφέρουν ο καθένας με τη σειρά τους το δικό τους «βιβλίο» όσον αφορά τη ζωή του Σελίμ. Η αρχική τριτοπρόσωπη αφήγηση διακόπτεται όταν εισερχόμαστε στο κεφάλαιο των Ωδών και στα Ερμηνευτικά σχόλια. Ο αναγνώστης αναγνωρίζει (ιδίως στα σχόλια) τον μοντερνισμό του Ναμπόκοφ και την παιγνιώδη του γραφή, τον ιδιαίτερο τρόπο του να αποσυντονίζει τον αναγνώστη, αλλά φυσικά και τον πρωτεργάτη της τέχνης των κατόπτρων, των απατηλών παραπομπών και της φιλολογικής φάρσας, τον Μπόρχες, για το οποίον η λογοτεχνία υπήρξε το κατεξοχήν «παιχνίδι εγηργόρσεων, απόηχων και συγγενειών». Στη συνέχεια, ακολουθεί επιστολική αφήγηση, την οποία διαδέχονται σημεία εσωτερικών μονολόγων που παραπέμπουν στον Τζόυς (ιδίως το κεφάλαιο στον οίκο ανοχής, αλλά κι εκείνα που αποτελούν αφηγήσεις της Γκιουνσελί) και τον ειδικό φακό με τον οποίο φώτιζε το στιγμιαίο πέρασμα του χρόνου.

Εξάλλου ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρεται συχνά στα λογοτεχνικά του είδωλα, ιδίως σε εκείνον του οποίου η παρουσία στοιχειώνει, θεωρώ, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον το έργο αυτό, του Ντοστογιέφσκι. Τα αποσπάσματα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης παραπέμπουν συχνά στον «Έφηβο» του τελευταίου, τόσο υφολογικά όσο και θεματικά, καθώς οι πρωταγωνιστές αναζητούν το στίγμα τους και εκείνο των άλλων στον κόσμο, ερχόμενοι σε αντιπαράθεση (τραγικού τύπου) με τις προσωπικότητες των άλλων, αέναα αναζητώντας. Εξάλλου, δεν υπάρχει ντοστογιεφσκικό πλάσμα χωρίς ρήγμα, όπως μας διδάσκει ο Ρενέ Ζιραρ, με το άτομο να διακρίνει την κυριαρχία του καθολικού ψεύδους, πλην όμως χωρίς να επέλθει ποτέ καμία κάθαρση στο τέλός. Ο Azay και ως προς αυτό συμβαδίζει με το όραμα του μεγάλου Ρώσου. Αλλά και στη συνέχεια (σελίδα 801: «Μη με λυπηθείτε, είμαι κακός…» και συνεχίζοντας έτσι) ακούμε τη βραχνή φωνή από το «Υπόγειο», εκείνου που στέκεται στο περιθώριο, βυθομετρώντας τη θλίψη του, κρυφά ελπίζοντας ότι η ένταση των κραυγών θα διαπεράσει τα τοιχώματα και θα αγγίξει τα αδρανοποιημένα όργανα ακοής ανθρώπων σε καταστολή.

Αντίστοιχα, όταν ο συγγραφέας γράφει «Ο κόσμος είναι ένα παράθυρο. Καθένας που έρχεται, πεθαίνει και φεύγει», η σαιξπηρική αύρα τυλίγει τρυφερά τον αναγνώστη. Και βέβαια, όπως συμβαίνει κάθε φορά που κάποιος λογοτεχνικός ήρωας αποφασίζει να βγει από το οικείο πλαίσιο, μεταφέροντας έξω σε έναν εχθρικό κόσμο όσα έχει διδαχθεί από τα μυθιστορήματα και την τέχνη, ανακαλύπτοντας το τερατώδες κενό μεταξύ των δύο, κάθε φορά λοιπόν θα ορθώνει το ανάστημά του ο Δον Κιχώτης (ορίστε γιατί όλη η σύγχρονη λογοτεχνία βασίζεται σ’ αυτόν). Στο τέλος του βιβλίου ο πρωταγωνιστής αποφασίζει να φύγει από το σπίτι και την οικογένεια μαζί με τα γραπτά του νεκρού φίλου του και εξαφανίζεται, επαναφέροντάς μας εκ νέου στον Θερβάντες. Ο Τουργκούτ διασχίζει τη χώρα, κινείται εντός της πραγματικότητας, περιφέροντας εντός του το όραμα ενός άλλου, φανταστικού κόσμου. «Για πρώτη φορά θέλησε να ξυπνήσει με έναν και μόνο σκοπό: να σηκωθεί και να πάρει τον δρόμο». Παρέα του ο Όλρικ, ο δικός του Σάντσο, να τον αποκαλεί «κύριέ μου!», ο ανύπαρκτος συνοδός και φίλος του, ξεκάθαρη αλληγορία και ταυτόχρονα νύξη περί της πνευματικής υγείας του πρωταγωνιστή. Αποσκευές τους τα χειρόγραφα, η επιτομή μιας ζωής, εκείνης του Σελίμ. Και οι διακειμενικές αναφορές μπορούν να συνεχιστούν όσο οι αναγνώστες θα σκύβουν επιμελώς επάνω από το κείμενο (σε εξαιρετική μετάφραση της Νίκης Σταυρίδη, με κατατοπιστικό Επίμετρο από τον Βασίλη Δρόλια).

Προς τι όμως αυτά, θα αναρωτηθεί ο καχύποπτος; Μήπως είναι απλά συγγραφική επίδειξη κενή ουσίας; Η απάντηση είναι αρνητική. Σ’ ένα έργο τέχνης το ύφος υπηρετεί το θέμα και προφανώς οι θεματικές αναδεικνύονται μέσω του ενός ή περισσότερων στιλιστικών επιλογών, εναγκαλιζόμενα και εναρμονιζόμενα προκειμένου το τελικό αποτέλεσμα να είναι το θεμιτό. Στην πράξη και επί του προκειμένου, οι εναλλαγές ύφους που συχνά προκύπτουν ακόμα κι από σελίδα σε σελίδα, έχουν πολλαπλή στόχευση. Για αρχή η ίδια η εναλλαγή, κατά την πάγια παράδοση του Μοντερνισμού, βάσει του οποίου έχει οικοδομηθεί το βιβλίο, τείνει να αποσταθεροποιήσει εξαρχής τις όποιες βεβαιότητες του αναγνώστη. Ο διεμβολισμός της αναπαραστατικής αντίληψης περί τέχνης αριστεύει στη χώρα των Αποσυνάγωγων. Η τέχνη αποτελεί το αρνητικό της πραγματικότητας και ο δημιουργός τραβάει συνεχώς το χαλί κάτω από τα πόδια του αναγνώστη, αρνούμενος αφενός τον εφησυχασμό του και αφετέρου την άμεση ταύτισή του που προάγει την παθητικότητα της πρόσληψης. Ταυτόχρονη η εναλλαγή στο ύφος καλύπτει πλήρως τη θραυσματική αντίληψη του κόσμου και της ανασύστασής του μέσω της εξατομικευμένης συνείδησης. Για να το κάνω πιο σαφές, σ’ αυτό το βιβλίο επιχειρείται -λογοτεχνικώ τω τρόπω- η αναδόμηση ενός ατόμου, μιας προσωπικότητας μέσω των αναμνήσεων τρίτων αλλά κυρίως μέσω γραπτών (δικών του αλλά και των άλλων). Εξ αυτού προκύπτουν πολλαπλά φιλοσοφικού τύπου ερωτήματα: κατά πόσον είναι ρεαλιστικά δυνατή αυτή η σύνθεση, δεδομένου ότι βασίζεται σ’ ένα αμιγώς προβληματικό πρωτογενές υλικό (εκείνο των αναμνήσεων), αλλά και σ’ εκείνο της αφήγησης – η τελευταία αποτελεί δευτερογενές υλικό, καθώς μεταστοιχειώνει σε λεκτικό επίπεδο το υλικό των αναμνήσεων, αποτελώντας τελικά διαμεσολάβηση της διαμεσολάβησης.

Σε τελική ανάλυση, ο ρεαλισμός, τουτέστιν η «αλήθεια» για ένα πρόσωπο παραμένει απλησίαστη και ουτοπική. Σ’ αυτό το παλίμψηστο, ο καθένας από τους οικείους προσθέτει και το δικό του στρώμα μπογιάς, όσο ο πρωταγωνιστής ομού μετά του αναγνώστη πασχίζουν να γνωρίσουν, να αναβιώσουν τον άνθρωπο που βρίσκεται μέσα στα γραπτά και τις αναμνήσεις. Προφανώς, αυτό παραμένει αδύνατον, καθώς οι μετέχοντες μετέχουν με το επιμέρους τους, αφού το όλον συνεχώς διαφεύγει, εξού και οι παλινωδίες, οι αντιπαραθέσεις και μια μόνιμη αίσθηση χάους, η οποία εξηγεί πλήρως και τη λογοτεχνική επιλογή της εναλλαγής ύφους. Ουδείς γνωρίζει, όλοι συνεισφέρουν και στο τέλος αυτό που απομένει η είναι η αμφιβολία, τουτέστιν η λογοτεχνία. Ακόμα και όταν στα τελευταία κεφάλαια ο ίδιος ο αυτόχειρας επιχειρεί να αυτοπροσδιοριστεί μέσω του γραπτού του, ο αναγνώστης παραμένει με την αίσθηση ότι διαβάζει ένα ακόμα…κεφάλαιο της ζωής του, απλά γραμμένο από τον ίδιο αυτήν τη φορά.

Ακόμα ένας κοινός τόπος που η συγκεκριμένη επιλογή ύφους αποσκοπεί είναι η ίδια η έννοια των αποσυνάγωγων. Ποιοι είναι αυτοί και γιατί επελέγησαν ως τίτλος και κεντρικό θέμα του βιβλίου; Άνθρωποι εκτός της συναγωγής, άνθρωποι που παραμένουν μόνιμα εκτός πλαισίου, εκτός συνόρων, εκτός οριοθετήσεων κ.ο.κ. Ο συγγραφέας, ο πρωταγωνιστής, ο αυτόχειρας Σελίμ και η παρέα τους, εν τάχει. Κοινό τους χαρακτηριστικό η αδυναμία συμμετοχής στο οικείο πλαίσιο, στον χώρο, τη χώρα και τον χρόνο τους. Όπως προείπα, και ο ίδιος ο συγγραφέας επαναλαμβάνει συνεχώς, αυτό το βιβλίο μπορεί να είναι γραμμένο από Τούρκο αλλά δεν αφορά Τούρκους, δεν αφορά την Τουρκία ευτυχώς, καθότι θα ενδιέφερε άλλο κοινό αλλά όχι έναν αναγνώστη. Ακολουθώντας το λογοτεχνικό του όραμα, ο Atay είναι πιστός μόνο στη Συναγωγή της Λογοτεχνίας και πουθενά αλλού. Για όλους τους άλλους παραμένει προδότης, ένας Δον Κιχώτης που αρνείται να ζήσει σ’ άλλον κόσμο παρά μόνο εκείνο των μυθιστορημάτων του. Και αν για τον κοινό μας πρόγονο τον Ιππότη τα έργα αυτά ήταν τα ιπποτικά, για τον συγγραφέα και τον πρωταγωνιστή είναι ο Ντοστογιέφσκι και οι άλλοι ιερουργοί της Συναγωγής των Αποσυνάγωγων.

Τελικά, ουδείς επιθυμεί να ζει εκτός κοινωνίας. Εκείνο που ζητάνε κάποιοι είναι να επιλέξουν την κοινωνία των ομοιών τους κι αυτό ακριβώς είναι τελικά το ανά χείρας βιβλίο. Μια άρνηση εκ πρώτης, αλλά εν συνεχεία μια κραυγή, η βαθιά ανάγκη για το απόλυτο ΝΑΙ, εκείνο που ενώνει κι όχι αυτό που διαχωρίζει. Ακόμα κι αν πρέπει πρώτα να πληρωθεί το υψηλότερο τίμημα, της αυτοχειρίας του ενός ή της εξαφάνισης του άλλου στο τέλος. Για να απομείνει τι; Μα τι άλλο: τα γραπτά των ανθρώπων, τα κείμενα που έριξαν ένα ταπεινό φως – κι ένα βιβλίο.

Υ.Γ.

Στο τραπέζι της τέχνης, ο συγγραφέας είναι ο κρουπιέρης. Ο αναγνώστης θα καθίσει απέναντί του για μια παρτίδα που κρατάει πολύ/λίγο χρόνο. Και οι δύο γνωρίζουν ότι το παιχνίδι είναι στημένο. Τα χαρτιά είναι σημαδεμένα και ο συγγραφέας κρύβει τους άσους στο μανίκι του. Ο υποψιασμένος αναγνώστης το αποδέχεται, γιατί αυτή είναι μια παρτίδα που δεν τον ενδιαφέρει να κερδίσει. Ένα πράγμα τον νοιάζει κι αυτό τον φέρνει κάθε φορά στο ίδιο τραπέζι: να θαυμάσει από κοντά τον κρουπιέρη – πώς ανακατεύει την τράπουλα, πώς μοιράζει τα χαρτιά, πώς κλέβει ταχυδακτυλουργικά, πώς οδηγεί τελικά στην ήττα τον αναγνώστη, κάνοντάς τον να υποκύψει στην ύψιστη τέχνη του Παιχνιδιού. Κι αυτή είναι η δική του νίκη. Μέχρι την επόμενη φορά.

Advertisement

2 σκέψεις σχετικά με το “Αποσυνάγωγοι – Ο. Ατάι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s