Ανάστροφα – Ζ. Ουισμάνς

1η δημοσίευση: Book Press

Κάθε εποχή, όσον αφορά τον πολιτισμό, φέρνει εντός της τον σπόρο της αυτοκαταστροφής, ταυτόχρονα με εκείνα τα στοιχεία που με τη δύναμη της αδράνειας συγκλίνουν στη διαιώνισή της. Οι σπόροι αυτοί σπανίως ευδοκιμούν, αν και συνήθως παρασύρονται από τις δυνατές νεροποντές της συνήθειας και της οκνηρίας. Εξίσου συχνά παραμένουν θαμμένοι στο έδαφος έως ότου έρθει η ώρα τους να βλαστήσουν, σε μια απόμερη γωνιά του κήπου, ανθοφορώντας και ευωδιάζοντας με ανεξίτηλο τρόπο, αναγκάζοντας τους παρατηρητές που έπονται να στρέψουν εκεί την προσοχή τους, ανακαλύπτοντας εκείνο που οι συγκαιρινοί απαξίωσαν με την αδιαφορία τους. Λογικό, δεδομένου ότι ο καινοφανής καλλιτέχνης, ως άλλος Προμηθέας, φέρνει συνήθως το μήνυμα σε αυτιά ανέτοιμου κοινού.

Η περίπτωση του Huysmans είναι εκείνη ενός λεγόμενου καλλιτέχνη της «παρακμής», ο οποίος ανήκε στον κύκλο των Νατουραλιστών του Ζολά, υπήρξε θαυμαστής του έργου του Μπαλζάκ και του Φλωμπέρ και ταυτόχρονα sui generis συγγραφέας, όπως γίνεται εξαρχής ξεκάθαρο από το magnum opus του, με τον εμβληματικό τίτλο «Ανάστροφα». Έχει δε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει ανάστροφα μέσα στο βιβλίο αυτό και ποια η σχέση του με την εποχή και τα παράλληλα καλλιτεχνικά ρεύματα.

Εκ πρώτης αυτό που μου ήρθε στο μυαλό είναι η κλασική πλέον μαρξιστική ρήση σχετικά με τον Χέγκελ και τη διαλεκτική, η οποία υποτίθεται ότι βρίσκεται με το κεφάλι κάτω, οπότε θα πρέπει να αναποδογυρίσει και να στηριχθεί στα πόδια της, προκειμένου να αποκαλυφθεί ο ορθολογικός πυρήνας εντός του μυστικιστικού περιβλήματος. Αυτό που προσπάθησε να κάνει ο Μάρξ στον Χέγκελ (αμφίβολο κατά πόσο το πέτυχε), υπήρξε ο δεδηλωμένος σκοπός του Huysmans σε σχέση με το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής του μέσα στο οποίο ανδρώθηκε καλλιτεχνικά κι από το οποίο ξεπήδησε. Το «Ανάστροφα» είναι ο απογαλακτισμός του, είναι το βίαιο κόψιμο του ομφάλιου λώρου που τον συνέδεε τόσο με τους ομογάλακτούς του όσο και με την εποχή του, και η ανάδειξη μιας διαφορετικής καλλιτεχνικής ταυτότητας.

Ο Huysmans κινήθηκε ανάστροφα σ’ αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο. Όχι μόνο θεματικά αλλά και υφολογικά (στη συνύφανση κρύβεται η αριστεία). Από πλευράς περιεχομένου πρόταξε το σκοτεινό στο φωτεινό, το κακό στο καλό, το άρρωστο στο υγιές, το εσωτερικό στο εξωτερικό, το τεχνητό στο φυσικό κ.ο.κ. Πήρε τον Μπαλζάκ και του αφαίρεσε την ιστορικότητα, την κίνηση στο αστικό τοπίο, τα κίνητρα και τους στόχους του, κρατώντας τον τρόπο με τον οποίο περιέγραφε τους χώρους και τις σκέψεις. Στη συνέχεια περιέλαβε τον Φλομπέρ και την τελειοθηρία του, κρατώντας τον τρόπο με τον οποίο εικονοποιούσε φιλοτεχνώντας την πραγματικότητα ως ακάματος εργάτης της λέξης και διαπέρασε τον ρεαλισμό του με τον οραματισμό σε βαθμό παραληρήματος, υποχρεώνοντάς τον να συνυπάρξει με τον Ντε Κουίνσι και τον Βιγιόν. Και, τέλος, καθήλωσε την άλλη μεγάλη του επιρροή (κι ας τον θαύμαζε αρχικά) τον Ζολά, καυτηριάζοντας τον νατουραλισμό με το μαχαίρι του συμβολισμού και του αισθητικού ανορθολογισμού που περιφρονεί την πραγματικότητα (την περιβόητη «φέτα ζωής»), προβάλλοντας τον πεπτωκότα άγγελο που εξ αποστάσεως σκηνοθετεί το δράμα της ζωής του.

Ανάστροφα λοιπόν, με τον εξωτερικό φυσικό χώρο να απομαγεύεται σταδιακά και συνεχόμενα. Ο πρωταγωνιστής ντε Εσσένζ, όντας ο έσχατος γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, έχοντας «διατελέσει εν παλλακεία» για χρόνια, τρυγώντας τις ηδονές σε ένα πρόσφορο για τον σκοπό αυτόν Παρίσι, αποφασίζει να απομονωθεί και να εξαφανιστεί από γνωστούς και φίλους, εντός των τειχών, απομονώνοντας τις εξωτερικές επιδράσεις από τη ζωή του. Το ενδιαίτημά του προετοιμάζεται κατάλληλα ως την παραμικρή λεπτομέρεια, μεταφέροντας εντός όσα θεωρητικά θα επιχειρούσε να απολαύσει ο ένοικός του εκτός: βιβλιοθήκες, έργα τέχνης, φυτικός διάκοσμος αφαιρούνται από το πλαίσιό τους, πλαισιώνοντας τη μοναστική ζωή του πρωταγωνιστή (θυμίζω ότι κι o Προυστ επηρεάστηκε από αυτό το βιβλίο, οδηγώντας στο απόγειό της τη μετατροπή του βιώματος σε αισθητικό γεγονός).

Το τεχνητό αινείται όσο το φυσικό αποκαθηλώνεται. Ακόμα και οι αισθήσεις (όραση, όσφρηση, ακοή) φιλτράρονται, αποδομούνται και επανέρχονται διαμεσολαβημένες στον ήρωα του βιβλίου, ο οποίος, σε πλήρη αντίθεση με τα νάματα του Ρεαλισμού και του Νατουραλισμού ξεγυμνώνει τη ματαιοδοξία της φύσης, ομνύοντας στο Τεχνούργημα – η επωδός που συνοδεύει ως το τέλος τον πρωταγωνιστή. Σε ένα κορυφαίας συγγραφικής βιρτουοζιτέ κεφάλαιο ο ντεζ Εσσέντ έρχεται σε απόλυτη σύγκρουση με τη δημιουργία και τη φύση, προτάσσοντας την αισθητική ως αντίβαρο. Συγκεκριμένα, προκειμένου να ενισχύσει την οπτική εντύπωση ενός περίτεχνου χαλιού, αγοράζει μια χελώνα ώστε να την τοποθετήσει επάνω του. Το αποτέλεσμα όμως δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του, οπότε θα επιχειρήσει να διεμβολίσει την «ανισογαμία» μετατρέποντας το ζώο σε τεχνούργημα. Θα το στολίσει, με κάθε λογής πετράδια, καλύπτοντας το κέλυφός του εντελώς. Το ζώο θα του επιστραφεί και θα τοποθετηθεί επάνω στο χαλί, αποδίδοντας επιτέλους το επιθυμητό αισθητικό αποτέλεσμα. Δυστυχώς όμως, θα καταρρεύσει και θα ψοφήσει υπό το βάρος των προσθηκών – θυσία του έμβιου στον βωμό της αισθητικής.

Ο συμβολισμός εδώ είναι κραυγαλέος. Ο ντε Εσσένζ, εχθρός της φυσικής ισορροπίας, θα αναλάβει τον ρόλο του Δημιουργού και θα αποτύχει, κινούμενος συνεχώς στα όρια της ιεροσυλίας και της σύμπτωσης με τον Εωσφόρο ως άρνηση της φυσικής τάξης πραγμάτων. Το παράδοξο βεβαίως έγκειται στο γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής (ομού μετά του συγγραφέα) πατούν γερά στον Χριστιανισμό – έστω ως μόνιμη έξοδο κινδύνου και μέλλουσα προοπτική. Εντούτοις όλο το βιβλίο, ως την τελευταία παράγραφο που αφήνει ανοιχτή την επιστροφή στην αγκαλιά της θρησκείας, είναι η επιτομή της άρνησης, της ανάστροφης πορείας από τον Θεό στον Σατανά (έστω κι αν ποτέ δεν αναφέρεται ρητά). Και θα μου επιτραπεί να κάνω εδώ μια εικασία: σ’ αυτή την παραδοξότητα και επιμελημένη αναστροφή διακρίνουμε το συναμφότερο του ανθρώπου/ καλλιτέχνη. Όσο κι αν ο πρώτος ως Δρ. Τζέκιλ φέρνει τις ιδέες του, τις απόψεις και τις αντινομίες του στο έργο τέχνης, ο δεύτερος ως Κύριος Χάιντ αδράχνει γερά το τιμόνι οδηγώντας το άρμα σε μυστήριες ατραπούς. Μπορεί λοιπόν ο Ουισμάνς να υπήρξε ένας ακόλαστος που σταδιακά οδηγήθηκε στον Καθολικισμό απεκδυόμενος τις αμαρτίες του παρελθόντος, πλην όμως ο ντε Εσσένζ σε όλη τη διάρκεια του «Ανάστροφα» ναρκοθέτησε τη θεϊκή πλάση με το μολυσμένο του υβριδικό όραμα, ανταποδίδοντας τα ίσα στην κοινωνία των ανθρώπων (εικόνα και ομοίωση Εκείνου) με σαρκασμό, ειρωνεία και απέχθεια.

Θα μπορούσα να σταθώ σε πολλά σημεία, όπως εκείνο όπου ο πρωταγωνιστής σε μια κρίση συνείδησης αποφασίζει να εγκαταλείψει το οχυρό του και να μεταβεί στο Λονδίνο, επηρεασμένος από τα γραπτά του Ντίκενς. Θα προετοιμαστεί πλήρως για το ταξίδι που θα τον οδηγήσει τελικά ως το Παρίσι, σε αγγλικό εστιατόριο στο οποίο θα δειπνήσει, απολαμβάνοντας την παρουσία των αγγλόφωνων πελατών. Η συνέχεια είναι η προβλεπόμενη… ανάστροφη: η εμπειρία δεν υποκαθιστά την ιδέα, στην οποία τελικά υποτάσσεται. Ο ντε Εσσένζ έχοντας πάρει μικρή δόση υποκατάστατης πραγματικότητας του πρωτότυπου θα αρνηθεί να κάνει το επόμενο λογικό βήμα. Προς τι; Αφού μέσα του γνωρίζει καλά ότι η ζωή είναι διάψευση και εκείνο που στις κορυφαίες στιγμές της λογοτεχνίας παρουσιάζεται σ’ όλη του την αίγλη, είναι καταδικασμένο να εκπέσει σε κάτι γλίσχρο και επιφανειακό, καθότι δεν θα το θάλπει πλέον ο παρηγορητικός κυματισμός της τέχνης. Μη έχοντας κάποια άλλη προσδοκία θα επιστρέψει στην εστία του.

Μια δεύτερη σκέψη που έκανα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο σχετίζεται με το πώς -σύμφωνη με την πρόσφατη επαφή που είχα με τις «Ελεγείες του Ντουίνο» του Ρίλκε- οι υφολογικές καινοτομίες συνδέονται, παράδοξα, με το προ-νεωτερικό περιεχόμενο. Θα περίμενε κάποιος ότι τα δύο αυτά στοιχεία θα κινούνταν εφ’ ενός ζυγού, καθότι το «νέο» στο ύφος θα συνέπιπτε με εκείνο στις ιδέες. Εντούτοις, αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα, ενώ έχει τεράστιο ενδιαφέρον ακριβώς στις περιπτώσεις εκείνες που δεν ισχύει. Δεν είμαι ιστορικός της τέχνης για να το εξηγήσω, μπορώ όμως ως αναγνώστης να το διακρίνω. Συγκεκριμένα, η εποχή του Νατουραλισμού συνέπεσε με την άνοδο των σοσιαλιστικών ιδεών, του αντικληρικαλισμού και της ενάσχολησης με τα προβλήματα του προλεταριάτου, ταυτόχρονα με την πρωτοποριακή εικονοποίησή τους στις τέχνες. Την ίδια στιγμή οι συγγραφείς που στέκονταν αρνητικά απέναντι στα παραπάνω (οι συντηρητικοί) ήταν προσκολλημένοι σε παραδοσιακές εκφραστικές φόρμες.

Δεν ισχύει στην περίπτωση του Ρίλκε και δεν ισχύει και στην περίπτωση του Ουισμάνς (και πολλών ακόμα), οπότε ακόμα κι αν οι θεματικές τους ως επακόλουθα της ιδεολογίας τους μπορεί σε σημεία να θεωρούνταν ακόμα και αντιδραστικές, το αφηγηματικό τους ύφος κινήθηκε στην υπεραιχμή της πρωτοπορίας. Ετούτο το παράδοξο βεβαίως παύει να είναι τέτοιο εφόσον κατανοήσουμε πως ο καλλιτέχνης είναι ένα μη συμβατικό ον που κινείται στο μεταίχμιο της Ζώνης μεταξύ πραγματικότητας κι επινόησης. Ως εκ τούτου οι όροι «πρόοδος» ή «συντήρηση» δεν έχουν επακριβώς ή και καθόλου σχέση με την κρίση του κοινού. Εν προκειμένω, ο Ουισμάνς θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πολιτικά/ κοινωνικά συντηρητικός, όχι μόνο εξαιτίας του καθολικισμού του, αλλά ακόμα και μέσω της μπαλζακικής υφής περιφρόνησής του για την αστική τάξη και του προλεταριάτου ομού, ενώ την ίδια στιγμή εκθειάζει έναν βυρωνικής έμπνευσης ακραίο ατομικισμό και την ελίτ του πνεύματος – αξίες που δεν συνάδουν με τον βασικό κορμό των νεωτερικών δημοκρατικών ιδεωδών.

Ο ντε Εσσένζ θα συνεχίσει καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου να προσθέτει και να αφαιρεί, να αντιστρέφει και να αρνείται, να οδηγείται στη φθορά, όντας ο ίδιος πάσχον υποκείμενο. Οι σελίδες που αναφέρονται στις τέχνες (μουσική, ζωγραφική, λογοτεχνία) είναι εξόχως απολαυστικές, με παράθεση σπουδαίων ονομάτων, τους οποίους ο πρωταγωνιστής χειρίζεται, αναμενόμενο, ανάστροφα: δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να αποκαθηλώσει, να λοιδορήσει, να περιφρονήσει εγνωσμένης αξίας καλλιτέχνες, των οποίων η δημοτικότητα υπήρξε υψηλή. Ταυτόχρονα θα αφιερώσει λόγια θαυμασμού για κάποιους που ξεχωρίζει – συνήθως πρόσωπα με αποκλίνοντα οραματισμό που στην εποχή τους θεωρήθηκαν αιρετικοί.

Ο Ουισμάνς δεν θα οπισθοχωρήσει, οδηγώντας το άρμα του άφοβα και σταθερά κοντά στο περιήλιο. Κι αν στο τέλος, έχοντας πλέον εξαντλήσει τις εφεδρείες του, καλείται να επιλέξει μεταξύ της αυτοχειρίας και της θεϊκής παρέμβασης οπότε διστακτικά δείχνει ότι επιλέγει τη δεύτερη, το διάβημα αυτό δεν υποβιβάζει ούτε στο ελάχιστο τον πρότερο… ανέντιμο βίο του – θα μπορούσε μάλιστα να εκληφθεί ως κίνηση τακτικής, κι όχι ως απονενοημένο άλμα πίστης. Εξάλλου, ό,τι προηγήθηκε έχει ήδη ανενδοίαστα πυρπολήσει το υπάρχον, έχει εκθεμελιώσει τη δημιουργία, αφήνοντας κάτω από τις στάχτες να φυτρώνει το σαρκοβόρο φυτό της υψηλής τέχνης.

Υ.Γ.

Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις πολλά, ούτε καν το πρωτότυπο, για να απολαύσεις την εντυπωσιακή μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη. Το επίμετρο, αντιθέτως, δεν με ενθουσίασε. Βρήκα ατυχή τη σύνδεση με το punk rock (τι δουλειά έχει αυτό το περίτεχνο διανοουμενίστικο δημιούργημα με μια κατά βάση απλοϊκή rock φόρμα, όσο κι αν την απολαμβάνουμε; Στην «πρόκληση»; Ας το προσπεράσουμε).

Όσον αφορά τις αναφορές στον Μ. Ουελλμπέκ -κυρίως διότι ο τελευταίος παραθέτει συνεχώς τον Ουισμάνς και το «Ανάστροφα» στη μέτρια «Υποταγή» του- θα επαναλάβω το κλασικό απόφθεγμα: Τη δεύτερη φορά η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s