Μαθήματα λογοτεχνίας – Χ. Κορτάσαρ

1η δημοσίευση: Book Press

Η λογοτεχνία είναι μια ψυχρή και κακότροπη νύφη. Τους αγκαλιάζει μεν όλους όταν πέσει η νύχτα, ερωτοτροπεί ασύστολα μαζί τους, αλλά κάθε καινούργιο πρωϊνό είναι έτοιμη να τους παραδώσει στη λήθη, προκειμένου να υποδεχτεί το ίδιο κιόλας βράδυ τον επόμενο εραστή της. Και οι συγγραφείς το γνωρίζουν εκ προοιμίου, αλλά συνεχίζουν να συρρέουν στη θύρα της, ευελπιστώντας ότι θα είναι εκείνοι που θα τη γοητεύσουν, θα τη τιθασεύσουν και εκείνη θα τους ανταμείψει με δόξα και διάρκεια πολλών ζωών. Είναι ένα «όνειρο ηρώων», μια αξιέπαινη προσπάθεια που απαιτεί τεράστια επιμονή και θυσίες. Αλλά όποιος επιτύχει, διαβαίνει εστεμμένος το κατώφλι της αιωνιότητας.

Ο Κορτάσαρ φαίνεται πως υπήρξε σπουδαίος εραστής, καθότι η λογοτεχνία τον σήκωσε απαλά στα χέρια της παραδίδοντάς τον στις επόμενες γενιές, μέσω των βιβλίων του. Εκτός όμως από δεινός χειριστής της πένας, ο Χούλιο υπηρέτησε την ερωμένη του κι ως Δάσκαλος, και μάλιστα, αξιόλογος, όπως φαίνεται από ετούτη τη συλλογή παραδόσεων στο πανεπιστήμιο Berkley της Καλιφόρνιας (με την ιδανική, ως είθισται, απόδοση του Α. Κυριακίδη). Κι εδώ χρειάζεται μια μικρή διευκρίνιση: ο Κορτάσαρ ξεκαθαρίζει εξαρχής ότι δεν παρίσταται ως θεσμικός κριτικός, ως καθηγητής λογοτεχνίας με περγαμηνές και εκδόσεις, ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος εν ολίγοις. Τουναντίον, η παρουσία του είναι ενός «ανθρώπου του συναφιού» που θα έλεγε και ο μακαρίτης Ροθ. Ως δαφνοστεφής συγγραφέας έργων που κατέκτησαν τη θέση τους στα ράφια των βιβλιοθηκών σε όλο τον κόσμο, ένας μεγάλος σεφ των γραμμάτων, μοιράζεται τις εμπειρίες του, τις γνώσεις, αλλά κυρίως το πάθος για την τέχνη του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το περιεχόμενο του βιβλίου είναι ασαφές, τυχαίο ή άναρχο. Ο ομιλητής έχει διαρθρώσει τις διαλέξεις με συγκεκριμένο τρόπο, ακολουθώντας συγκεκριμένο σχέδιο, άκρως δομημένο και ενδιαφέρον. Στο, τρόπον τινά, θεωρητικό υπόβαθρο, ενσωματώνει παραδείγματα υπό τη μορφή διηγημάτων (κυρίως δικών του, αλλά και μερικών συναδέλφων του), προσφέροντας στο κοινό ολοκληρωμένη άποψη και επιχειρηματολογία, και ταυτόχρονα στον αναγνώστη μια απολαυστική ανάγνωση. Κι αυτό είναι από τα βασικά πλεονεκτήματα του βιβλίου, το οποίο μπορεί να μην είναι του ύψους των Διαλέξεων του Ναμπόκοφ ή ακόμα ενός Steiner και Bloom, όσον αφορά πάντα την αναλυτική επάρκεια, αλλά, για να το θέσω απλά, δεν έχει καν αυτή την πρόθεση. Οι διαλέξεις του είναι λογοτεχνικά επαρκείς, αυτοαναφορικές όσο χρειάζεται και ταυτόχρονα εθιστικές. Ας μην το θεωρήσουμε και τόσο δεδομένο αυτό, παρακαλώ.

Τι είναι λοιπόν η λογοτεχνία για τον Κορτάσαρ; Προφανώς η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη και απλοϊκή. Για να γίνει κατανοητός, χρησιμοποιεί το δικό του παράδειγμα, με τα στάδια από τα οποία πέρασε ως λογοτέχνης (το αισθητικό, το μεταφυσικό και το ιστορικό), προσδιορίζοντάς τα με σαφήνεια: «Θα είδατε πώς περνάει κανείς από τη λατρεία της λογοτεχνίας χάριν της λογοτεχνίας, τη λατρεία της ως μελέτης της ανθρώπινης συνθήκης και, μετά, της λογοτεχνίας ως μιας από τις πολλές μορφές συμμετοχής στις ιστορικές διεργασίες που τελούνται στη πατρίδα καθενός από εμάς».

Με τον τρόπο αυτόν οριοθετεί αφενός τη λογοτεχνική του πορεία, αλλά ταυτόχρονα τον ίδιο ως συγγραφέα-ιστορικό υποκείμενο. Γόνος μεσοαστικής οικογένειας, αφιερώθηκε με πάθος στην τέχνη, αποτίνοντας φόρο τιμής στην αμιγώς αισθητική οπτική, προτού ακολουθήσει η μετάβαση στο στάδιο που αποκαλεί «μεταφυσικό», προσφέροντας ως παράδειγμα τα έργα του «Τα Βραβεία», «Το Κουτσό» και το κορυφαίο του ίσως διήγημα «Ο Κυνηγός». Σε αυτά συνυφαίνεται άρτια η αισθητική και η ρεαλιστική γραμμή, τουτέστιν η διεξοδική ενασχόληση με τα ανθρώπινα πεπραγμένα, περιβεβλημένα πάντα με το καλλιτεχνικό φως που τα αναδεικνύει κατά περίπτωση. Και αν τα δύο πρώτα αλληλοσυμπληρώνονται, είναι το τρίτο εκείνο που κατά κάποιον τρόπο διαφοροποιείται, καθώς εισαγάγει το άτομο στον ιστορικό χρόνο (με την έννοια που προσέδιδε ο Μπαχτίν στην ανάλυσή του για το μυθιστόρημα μαθητείας και τον Γκαίτε ως πρώτο διδάξαντα), ως συνέχεια, ως εξελικτική πορεία σύνδεσης του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον.

Στην περίπτωση βέβαια του Κορτάσαρ η συνέχεια αυτή εμπεριέχει έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά, άρρηκτα συνδεδεμένα με τον χωροχρόνο: τη Λατινική Αμερική, τα επαναστατικά κινήματα τις δεκαετίες του ‘60, ’70, όπου οι χώρες αυτές ζούσαν και πέθαιναν στον ασφυκτικό κλοιό της «πίσω αυλής» των ΗΠΑ σε ψυχροπολεμικό αμόκ, σε συνδυασμό με κατά τόπους δικτατορικά καθεστώτα. Ο συγγραφέας εγγράφεται και εντάσσεται στο παρόν του, συμπεριλαμβάνοντας στο έργο του την ανάγκη, την επιθυμία, την προοπτική της δράσης και της ουτοπίας, πάντα ως καλλιτέχνης και ταυτόχρονα ως πολιτικό ον. Προσφέρει στους μαθητές του σαν παράδειγμα «Το βιβλίο του Μανουέλ», όπου τη μυθιστορηματική πλοκή διακόπτει η ένθεση άρθρων εφημερίδων όπου καταγράφονται εφιαλτικές στιγμές βασανιστηρίων, εξαφανίσεων κ.ο.κ. και ο αναγνώστης τα διαβάζει ταυτόχρονα με όσα συμβαίνουν στην καθ’ εαυτήν μυθοπλασία. Ο ιστορικός χρόνος εισβάλει βίαια, δημιουργώντας ρωγμές στην πραγματικότητα, ως άλλη εφιαλτική Ζώνη του Λυκόφωτος. Μόνο που αυτή είναι η πραγματικότητα κι όχι κάποιο ευφάνταστο σενάριο τηλεοπτικής εκπομπής.

Σε αυτό το σημείο εντοπίζω ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία βιβλίου: Το γεγονός ότι παρ’ όλες τις διαφορετικές αναφορές και σημεία εκκίνησης, τις ποικίλες διαδρομές και τις ειδικές γεωπολιτικές συνθήκες, τουτέστιν όλα εκείνα που θεωρητικά θα οδηγούσαν έναν άνθρωπο του πνεύματος να καταλήξει σε συμπεράσματα περί τέχνης ολωσδιόλου διαφορετικά από τους όμοιούς του, δεν συμβαίνει τελικά κάτι τέτοιο – τουλάχιστον όχι τόσο οφθαλμοφανώς όσο θα περίμενε κάποιος. Τι εννοώ. Εκεί που ο «σύντροφος-δάσκαλος» αφήνεται να παρασυρθεί από το γεγονός ότι ως Λατινοαμερικανός είχε βιώσει τόσο στο παρελθόν όσο και το παρόν (Κούβα, Σαντινίστας στη Νικαράγουα κλπ.), ταυτόχρονα ποτέ δεν ξεχνά ότι το αντικείμενό του παραμένει πρώτα και πάντα η λογοτεχνία και όχι η πολιτική. Έχοντας ήδη ξεκαθαρίσει επαρκώς τη σχέση του με τη δεύτερη, δεν απαγκιστρώνεται ποτέ από την πρώτη.

Είναι η απάντηση που επανέρχεται διαρκώς, όποια και αν είναι η ερώτηση. Ο συγγραφέας, καίτοι πολιτικό ον, δεν είναι πολιτικός, δεν είναι ιστορικός, δεν έχει τέτοιο ρόλο. Εκείνο που οφείλει να κάνει -κι ας θυμηθούμε εδώ τη Χάνα Άρεντ-, είναι να εντάξει μέσω της μυθοπλασίας του το άτομο στη μεγαλύτερη αφήγηση, δημιουργώντας ιστορίες που θα προσφέρουν την απαραίτητη απόσταση από τα συμβάντα, εξοικειώνοντάς το με τις αιτίες. Ακριβώς αυτή η διεργασία δρα παρηγορητικά, επανασυστήνοντας και επαναπροσδιορίζοντας την έννοια της ανθρώπινης κοινότητας που το ιστορικό γίγνεσθαι έχει διαρρήξει. Ο Κορτάσαρ αρνείται να αποσυρθεί στο χρυσελεφάντινο κάστρο του, εμφανιζόμενος κατά καιρούς στο μπαλκόνι για να απευθύνει τον καλλιτεχνικό του χαιρετισμό στους υπηκόους και εν συνεχεία να αποσυρθεί στα ιδιαίτερα για να δημιουργήσει. Δεν ήταν αυτός ο δρόμος που επέλεξε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υποκρίθηκε πως υπήρξε «ένας από εμάς», βγαίνοντας κρυφά τα βράδια για να περιφερθεί στα καταγώγια της πόλης, πίνοντας νερωμένο κρασί για να αποδείξει ότι είναι κάτι που ποτέ του δεν υπήρξε. Η αστραφτερή πανοπλία του καλλιτέχνη τον έκανε να ξεχωρίζει πάντα από το πλήθος, κι αυτό παραμένει τίτλος τιμής.

Στη λογική αυτή, αναφερόμενος στο λογοτεχνικό ύφος, συνευρίσκεται διαλεκτικά με τον Ρολάν Μπαρτ («Η λογοτεχνία σκηνοθετεί τη γλώσσα, αντί απλώς να τη χρησιμοποιεί»), με τον Steiner («Υπάρχει ένα λεξικό και μια γραμματική για κάθε σοβαρό έργο»), αλλά και άλλους που δεν έχει νόημα να αναφέρω, καταλήγοντας σε σχετικά συμπεράσματα. Ο Κορτάσαρ θεωρεί ότι λογοτεχνική επανάσταση δίχως επαναστατική γλώσσα δεν νοείται – το καινοφανές οφείλει να εκφραστεί ανάλογα, ώστε να αποδώσει εν συνεχεία στη θεματική ανάλογο βάρος. Ουσιαστικά, θέτει στο επίκεντρο το ύφος, τις λέξεις, οι οποίες αποτελούν τη δομική ύλη, προσφέροντας ως παράδειγμα το «Κουτσό», με το οποίο επιχείρησε να διαταράξει τη γραμμική δομή, κυριολεκτικά «χοροπηδώντας» μεταξύ κεφαλαίων, εισάγοντας, τακτικά, ετερόκλιτα στοιχεία, διανθίζοντας τον βασικό κορμό της ιστορίας του.

Κι αυτό με τη σειρά του οδηγεί στον παιγνιώδη τρόπο λειτουργίας της λογοτεχνίας, σε στενή πάντα συνάρτηση και αντίθεση με όλα εκείνα τα θεσμοθετημένα «εν ου παικτοίς», τα οποία αποτελούν στόχο των απανταχού ελευθεριακών του πνεύματος. Ο homo ludens, αυτή η ουτοπική φαντασίωση, εξορισμένη από το Βασίλειο της Πραγματικότητας, βρίσκει άσυλο ως έπηλυς στα καθαγιασμένα χώματα της λογοτεχνίας. Εκεί, όπως μας διδάσκει ο Κορτάσαρ, θα απλώσει τα παιχνίδια του στην παραλία χτίζοντας φανταστικά κάστρα για να κρυβόμαστε εμείς οι υπόλοιποι, όταν η «ζωή» γίνεται αφόρητη. Και δίπλα στο παιχνίδι, το χιούμορ, η φαντασία (φτωχός εκείνος που αρκείται αποκλειστικά στα όρια του αντιλαμβανόμενου κόσμου του…) να μετέχουν στο λογοτεχνικό παλίμψηστο, με συνεχείς επικαλύψεις που δεν περιορίζουν αλλά διευρύνουν το εκπέτασμα μιας τέχνης που είναι τόσο μικρή όσο οι ιδεοληψίες των ανθρώπων ή τόσο μεγάλη όσο τα απέραντα όρια της αντίληψής τους.

Και ο σύντροφος-δάσκαλος παραδίδει στο βιβλίο αυτό λογοτεχνικά μαθήματα με το κύρος ενός καταξιωμένου λογοτέχνη, το δέμας ενός εντυπωσιακού άντρα και τη σταθερή φωνή ενός λατινοαμερικανού εκπατρισμένου που διέκρινε μεν τα τέρατα μέσα στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων, αλλά ούτε στιγμή δεν τράβηξε τα μάτια του από το κρυστάλλινο λογοτεχνικό φως που -και με δική του συμβολή- συνεχίζει να λούζει τον πικρό αυτόν κόσμο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s