Δέντρο από καπνό – Ντ. Τζόνσον

1η δημοσίευση: Book Press

Είναι κάποιες εποχές, κάποια ιστορικά γεγονότα που δείχνουν να έχουν ειδικό βάρος στο λεγόμενο συλλογικό ασυνείδητο. Αν και η ίδια τους η αξία καθ’ εαυτήν μπορεί να μην είναι τόσο μεγάλη από υλικής πλευράς (αριθμητικά δεδομένα), ο αντίκτυπός τους παραμένει δυσανάλογος – όχι μόνο τη χρονική περίοδο που έλαβαν χώρα, αλλά και για μεγάλο διάστημα μετά το πέρας. Η «ιστορική επίγευση» διαδραματίζει εξίσου σημαντικό ρόλο στην υπερδομή (πολιτισμός, κουλτούρα), η οποία εκφράζει μια εναλλακτική πτυχή του φαντασιακού της κοινωνίας. Μπορεί η κοινωνία να είναι εκείνη που βιώνει και δημιουργεί ιστορία, όμως ο πνευματικός άνθρωπος ονειρεύεται τη ζωή της ενίοτε ως εφιάλτη, παράγοντας έργα τέχνης που εκφράζουν το άρρητο, ακόμα και το επώδυνο, εκείνο που η κοινωνία συχνά αρνείται να αντιμετωπίσει. Ο καλλιτέχνης τότε αίρει τις αμαρτίες της και στήνει τον καθρέφτη μπροστά της – ξανά και ξανά.

Ο πόλεμος του Βιετνάμ υπήρξε ένα τέτοιο γεγονός για τους Αμερικανούς. Αυτό το τραυματικό cul-de-sac προκάλεσε τεράστιες αναταράξεις στο εσωτερικό της υπερδύναμης. Ήταν δε τέτοια η εσωτερική αντίσταση στον πόλεμο και τις αθλιότητές του, που σταδιακά οδήγησε στην απομόνωση του στρατιωτικού-βιομηχανικού κατεστημένου, στην αναδίπλωση και τελική υποχώρηση της φιλοπόλεμης πολιτικής εξουσίας. Και ετούτο ήταν το μόνο θετικό της υπόθεσης: ότι ανέδειξε το τεράστιο δυναμικό της μεγάλης Δημοκρατίας, το απόθεμα αντίστασης στην αυθαιρεσία της εξουσίας, με μια ασύγκριτη μακροχρόνια αντίσταση, τέτοια που καμία χώρα της Δύσης δεν είχε να επιδείξει (αν ο Μάιος στο Παρίσι κράτησε χοντρικά λίγους μήνες, στις ΗΠΑ το υπέροχα πολυδιάστατο «Movement» μέτραγε ήδη 10 χρόνια!). Φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείψει και η πρωτοπορία του πνεύματος, η οποία με έδρα της τις ΗΠΑ είχε πλέον γίνει παγκόσμια: μουσική, σινεμά, λογοτεχνία κ.ο.κ.

Έκτοτε, κατά καιρούς, οι πνευματικοί άνθρωποι επιστρέφουν σε εκείνον τον πόλεμο, θεωρώντας τον ως το «τέλος της αθωότητας». Όχι φυσικά γιατί καμία κρατική οντότητα είναι ποτέ αθώα (πολλώ δεν μάλλον μια υπερδύναμη), αλλά γιατί ο βρόμικος αυτός πόλεμος γκρέμισε για μεγάλη μερίδα πληθυσμού τις όποιες ψευδαισθήσεις. Αναρίθμητες ταινίες και βιβλία επαναφέρουν σε τακτά διαστήματα το θέμα αυτό, καθιστώντας το τοπικό παγκόσμιο, δεδομένης της πολιτιστικής επιρροής της χώρας, προσθέτοντας ανάλογα με το ταλέντο του εμπνευστή κάτι επιπλέον στο ήδη μεγάλο κτίσμα. Αυτή είναι η περίπτωση του Ντένις Τζόνσον και του βιβλίου με τίτλο «Δέντρο από καπνό». Ενός έργου που διαδραματίζεται κυρίως στο Βιετνάμ, αλλά και στις Φιλιππίνες, στην Ταϊλάνδη, τη Μαλαισία και τις ΗΠΑ, ξεκινώντας με την ημερομηνία δολοφονίας του Κένεντι το 1963 και φτάνοντας ως το 1983, οπότε ο πόλεμος είναι απλά ανάμνηση στις ζωές των ανθρώπων που συμμετείχαν. Ενός βιβλίου που έχει ομοιότητες με το «Οι Γυμνοί και Νεκροί» του Ν. Μέιλερ και αναφορές στο «Πόλεμος και Ειρήνη» του Τολστόι, αλλά και τον «Ήσυχο Αμερικανό» του Γκ. Γκρην, χωρίς βέβαια να είναι τίποτα από αυτά, αλλά κάτι sui generis, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Το λογοτεχνικό «λιθαράκι» του Τζόνσον

Το «λιθαράκι» που προσθέτει ο ταλαντούχος συγγραφέας (δυστυχώς έφυγε νωρίς), διαθέτει κοφτερές άκρες και εάν το παρατηρήσεις από κοντά, σου αποκαλύπτει μια μελετημένη δομή, πυκνά σχέδια και πρωταγωνιστές που κινούνται σε ένα αποκαλυπτικό τοπίο, αποκτώντας αντίστοιχα χαρακτηριστικά. Τι είδος πρωταγωνιστές είναι εκείνοι που περιφέρονται στην κόλαση, αν όχι οι ίδιοι οι κολασμένοι; Σε έναν κόσμο που ο Θεός αναφέρεται συχνά μεν, απουσιάζει παντελώς δε, η αθωότητα είναι μια ακόμα τυχαία λέξη στο λεξικό. Η απουσία νοήματος είναι ορατή σε όλα τα επίπεδα, όπως η σύγχυση ανθρώπων και εννοιών, η αδυναμία επικοινωνίας, με τον φόβο και την απομόνωση να κυριαρχούν. Ο δυτικός άνθρωπος δεν μπορεί να επικοινωνήσει ούτε με τον έτερο δυτικό, τουτέστιν με τον ίδιο του τον εαυτό, και εκεί ακριβώς ελλοχεύει το κακό. Η λέξη «σύγχυση» θεωρώ, για αρχή, ότι αποτελεί ένα από τα κλειδιά ερμηνείας του βιβλίου αυτού.

Στο μεταίχμιο της σύγχυσης εμφανίζονται οι πρωταγωνιστές, όπως ο Συνταγματάρχης. Μια άκρως λογοτεχνική, μη ρεαλιστική φιγούρα (θα μπορούσε να είναι ο Κουρτς των Κόνραντ και Κόπολα), προσωπικότητα bigger than life, ο οποίος στέκεται στο μέσο της δίνης. Προς στιγμήν ο αναγνώστης θεωρεί ότι ο χαρακτήρας αυτός είναι κάποιος με τον οποίο μπορεί να ταυτιστεί, προτού ο συγγραφέας που αρνείται τις ευκολίες της γραμμικής και απλοϊκής αφήγησης του καταστρέψει αυτή την παρηγοριά. Ο Συνταγματάρχης θέτει εαυτόν επάνω από τους νόμους της πατρίδας και της υπηρεσίας που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί, πιστός (όπως κάθε αντι-ήρωας) στον προσωπικό του ηθικό και αξιακό κώδικα. Δική του ευθύνη και μέριμνα το περιβόητο «Δέντρο από καπνό», το οποίο ορίζεται ως εξής: «Δέντρο από καπνό, το καθοδηγητικό φως ενός ειλικρινούς σκοπού για τη λειτουργία των πληροφοριών – η αποκατάσταση της άγρας πληροφοριών ως κεντρικής λειτουργίας των επιχειρήσεων πληροφοριών, παρά το να παρέχουν αιτιολόγηση σε πολιτικές πρακτικές…Επίσης, ομοιότητα με ατομικό μανιτάρι».

Αμφίσημο, κρυπτικό, διφορούμενο, το Δέντρο -βιβλική αναφορά- μεσολαβεί ως το ειλικρινές και καθοδηγητικό φως που θα φωτίσει τι ακριβώς; Θα επιχειρήσει να ξεμπλέξει το κουβάρι της σύγχυσης προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της τελικής νίκης επί του εχθρού, με τις λιγότερες δυνατές απώλειες ή παρεκβάσεις της πολιτικής εξουσίας που κινείται από ίδιον όφελος και αδυνατεί να κατανοήσει το μέγεθος της σύγκρουσης και των δυνάμεων που εκπροσωπούνται; Ίσως, είναι η απάντηση. Το Δέντρο παραμένει στην ασαφή λογοτεχνική σφαίρα, μια ιδέα που δεν τελεσφορεί ποτέ, μια δυνατότητα ή απλά το αποκύημα της λοξής φαντασίωσης ενός στρατιωτικού, διχασμένου απέναντι στο τι εκπροσωπεί – όπως εξάλλου και η ίδια η χώρα, οριστικά διχασμένη μεταξύ της φαντασίωσης δικαιοσύνης και ανθρωπισμού από τη μία πλευρά και των πρακτικών συνεπειών της εφαρμογής ισχύος. Ο Συνταγματάρχης, και ο ίδιος ένα πλάσμα από «καπνό», θα είναι παρών τόσο μέσω των ενεργειών του όσο και του μύθου του, επισκιάζοντας την κεντρική εξουσία, δημιουργώντας ένα παράλληλο σύμπαν όπου η αταξία του πολέμου, το χάος που επικρατεί στη νοτιοανατολική Ασία υποτίθεται ότι βρίσκει την απάντηση σε αυτό το εξαιρετικά δομημένο σχέδιο με την κωδική ονομασία «Δέντρο από καπνό». Ο τρελός Προφήτης του θα προσπαθήσει να το εφαρμόσει, θα περάσει την πίστη του στον ανιψιό του τον «Σκιπ» Σαντς και θα αποχωρήσει από το προσκήνιο, χωρίς να γνωρίζει κανείς αν τελικά έχει πεθάνει και πώς. Προς το τέλος μόνο θα τον αναζητήσει στη ζούγκλα (παραπομπή στον «Ελαφοκυνηγό» του Τσιμίνο) ο λοχίας Στορμ οδηγούμενος στην «Καρδιά του σκότους», για να παραστεί σε μια τελετή εξιλέωσης.

Άλλη λέξη-κλειδί είναι η «αβεβαιότητα». Την αναφέρει εμμέσως, ίσως ο μοναδικός θετικός ήρωας του βιβλίου, η Καναδή Κάθυ, η οποία βρίσκεται σε εκείνη την περιοχή τη Ασίας και εκτελεί ανθρωπιστικό έργο. Εκεί συνδέεται με τον πρωταγωνιστή-πράκτορα της CIA «Σκιπ» Σαντς σε μια ατελέσφορη ερωτική σχέση. Δύο χαρακτήρες που εκπροσωπούν διαφορετικές κοσμοθεωρίες, που δείχνουν αδύνατο να συνυπάρξουν και όμως συνδέονται σε βαθύτερο επίπεδο, καθώς ο καλβινιστικός χριστιανισμός της μίας (προεξάρχοντος του Προκαθορισμού) βρίσκεται σε πλήρη συνάφεια με όσα λαμβάνουν χώρα στις ζούγκλες του Βιετνάμ. Η ηρωίδα αναρωτιέται: Εάν οι άνθρωποι γνώριζαν ότι βρίσκονται στην κόλαση, τότε το βάρος αυτό θα έφευγε από πάνω τους, αφού είναι η αβεβαιότητα που τους κάνει να υποφέρουν. Άραγε, είναι όλα αυτά προσωρινά ή αιώνια; Υπάρχει σωτηρία ή οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να περιφέρονται έκπτωτοι για πάντα από το Βασίλειο;

Ο ρόλος του Σκιπ παραμένει καθοριστικός, καθώς είναι βασικό «δοχείο» μεταφοράς της πανταχού παρούσας σύγχυσης στον αναγνώστη. Εν αρχή εμφορούμενος με ιδεαλιστικές αρχές, πιστός στρατιώτης και θαυμαστής της μυθικής μορφής του Συνταγματάρχη θείου του, σταδιακά εμπλέκεται στα διλήμματα που επιφέρει η πολεμική σύγκρουση. Απομονώνεται στη ζούγκλα παρέα με βιβλία του Κοκτώ και του Σιοράν, δημιουργεί ερωτική σχέση με την Κάθυ, συνομιλεί με πράκτορες και δολοφόνους, με αποστάτες και δυνάμει προδότες, χωρίς παρ’ όλα αυτά να λαμβάνει μέρος σε αποστολές. Σταδιακά, οι ισορροπίες ανατρέπονται, οι συμμαχίες ρευστές ούσες γίνονται ακόμα πιο ασταθείς και η εμπλοκή μεταφέρεται από το γεωπολιτικό στο προσωπικό επίπεδο. Μέχρι να γίνει αντιληπτό από τον αναγνώστη, την αρχική αισιοδοξία διαδέχεται η ηττοπάθεια και στη συνέχεια η ήττα και η αποχώρηση. Εν τω μέσω, ο Σκιπ βιώνει το πέρασμα του χρόνου και των καταστάσεων εν κρυπτώ, αποδεχόμενος την απώλεια του Συνταγματάρχη, φυλλοβολώντας πεποιθήσεις, στρατεύσεις, ιδέες και αφοσίωση. Εγκαλείται ως προδότης από τους δικούς του, κάτι που όπως και πολλά ακόμα παραμένουν ασαφή ως το τέλος. Μέσα στην αχλή του ψέματος, ο Σκιπ ψεύδεται στους ψεύτες και αποδρά όταν όλα δείχνουν να έχουν χαθεί. Το τέλος του πολέμου και οι επόμενες δεκαετίες τον βρίσκουν σε νέο ρόλο, κυνικό, αλλά πλήρως ανταποκρινόμενο στην τρέχουσα ηθική κατάπτωση. Ως έμπορος όπλων καταλήγει στις φυλακές της Μαλαισίας, έχοντας ως τελευταία του ανάμνηση τον έρωτα του για την Κάθυ.

Ο συγγραφέας μεταφέρει με θαυμάσιο τρόπο (κάτι που προφανώς οφείλουμε στην εξαιρετική απόδοση του Γ. Ι. Μπαμπασάκη) όλα αυτά που προανέφερα ως εξής: Καταρχάς, οι διάλογοι που συνήθως στη λογοτεχνία χρησιμοποιούνται για να ξεδιαλύνουν ζητήματα πλοκής αφενός και αφετέρου διασπούν τη μονοτονία των περιγραφών ή του εσωτερικού μονολόγου του συγγραφέα, εδώ έχουν αντίθετα αποτελέσματα. Αντί να επεξηγήσουν και να διευκολύνουν, συσκοτίζουν συνήθως, καθώς φαίνεται ότι ο καθένας ήρωας συνομιλεί πρώτα με τον εαυτό του και δευτερευόντως με τον άλλον. Οι διάλογοι εκθέτουν, αλλά δεν απαντούν, δημιουργώντας στον αναγνώστη περισσότερα ερωτήματα. Η σύγχυση αυτή μεταφέρεται σε όλα τα επίπεδα της αφηγηματικής δομής, καθιστάμενη το βασικό μοτίβο.

Κατά δεύτερον, στα μη διαλογικά μέρη, όποτε ο συγγραφέας υποτίθεται ότι αποκωδικοποιεί τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι μυστικές υπηρεσίες, μέσω του κεντρικού ή αποκεντρωμένου σχεδιασμού των ενεργειών τους σε σχέση με τις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο αναγνώστης, συν τω χρόνω, κατανοεί ότι απώτερος σκοπός του συγγραφέα είναι ο ακριβώς αντίθετος. Η σύγχυση που προανέφερα, διαπερνά εξολοκλήρου τις σελίδες που επιχειρείται να παρουσιαστεί το «σχέδιο». Καμία διαφάνεια, καμία κατανόηση δεν επέρχεται, καθώς οι μετέχοντες διαπλέκονται, υπονομεύουν ο ένας τον άλλον, το κέντρο αγνοεί τι κάνει η περιφέρεια και το αντίστροφο. Ο Τζόνσον υπήρξε ικανότατος συγγραφέας θέτοντας συνέχεια ερωτήματα, τα οποία ποτέ δεν απαντά ευθέως, μολονότι σκηνοθετεί με τέτοιο τρόπο τη δράση, με συνέπεια το πνιγηρό ασιατικό περιβάλλον, η ελλοχεύουσα βία, το αναπόδραστο και το ακατανόμαστο να περιφέρουν την πνιγηρή τους ύπαρξη μέσα σε κάθε κεφάλαιο.

Ας μου επιτραπεί να γενικεύσω: κανείς πρωταγωνιστής δεν είναι ταυτίσιμος, κανείς δεν προσφέρεται ως το αντίπαλο δέος του κακού, καθότι ουδείς αθώος στην κόλαση, όπως προείπα. Το γκρίζο κυριαρχεί, με μια ελαφρά κλίση προς το μαύρο, δεδομένου ότι όλοι οι μετέχοντες αποτελούν μέρος του προβλήματος (στρατιωτικοί, πράκτορες, δολοφόνοι κλπ.). Αλλά και πάλι, ο Τζόνσον αρνείται να γεμίσει τις σελίδες του με μοχθηρούς και κακούς ανθρώπους. Δεν υπάρχει τίποτα χάρτινο μέσα στο βιβλίο, και οι χαρακτήρες σκέφτονται, πράττουν πολυδιάστατα, εμπνεόμενοι από αρχές και ηθικά κίνητρα που εκείνοι θεωρούν δίκαια. Αυτόματα αυτό κατά κάποιον τρόπο αναγκάζει τον αναγνώστη, αν όχι να ταυτιστεί, τουλάχιστον να «ακούσει» την ιστορία τους. Ο συγγραφέας δεν υποπίπτει στο αμάρτημα να γράψει ένα ακόμα «αντιπολεμικό» μυθιστόρημα, το οποίο θα εξαντλείτο σε ένα ηχηρό μήνυμα για τα δεινά του πολέμου και θα χανόταν μετά το hype στις σκοτεινές γωνιές των ραφιών. Τουναντίον, μεταφέρει τον πόλεμο παντού, εντός και εκτός των ανθρώπων, εντός και εκτός της εμπόλεμης ζώνης. Η εμπόλεμη ζώνη καθίσταται παγκόσμια, μια τεράστια έκταση στις ζούγκλες του Βιετνάμ και στις επαρχιακές πόλεις των ΗΠΑ (μέσω των δευτερευόντων χαρακτήρων, όπως τα αδέλφια Χιούστον που υπηρετούν στον στρατό), μέσα στις ψυχές των χαρακτήρων του. Ο πόλεμος μετατρέπεται από κάτι χωροχρονικά περιορισμένο, σε παγκόσμια ανθρώπινη συνθήκη, από πεπερασμένο θερμό επεισόδιο σε μακράς διάρκειας ψυχρή «ειρηνική» συνύπαρξη. Οι κολασμένοι μεταφέρουν στον χρόνο και τον χώρο το μίασμα της σύρραξης, από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη, ως ανίατη αρρώστια που κατασπαράζει από μέσα προς τα έξω την έννοια της ανθρώπινης αλληλεγγύης και την υπόσχεση της επίγειας ευτυχίας.

Το τέλος του βιβλίου δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας, με την Κάθυ να συνεχίζει την εθελοντική προσφορά της. Έχοντας αφήσει πίσω της ένα κομμάτι του εαυτού της (τη σχέση με τον Σκιπ), την πίστη της, αλλά και τα σπασμένα της πόδια κατά την τελική αποχώρηση από το Βιετνάμ, αποτελεί το αντίβαρο στη ματαιότητα, στην απαισιοδοξία, στο βαθύ τραύμα μιας μεγάλης χώρας που ανακάλυψε με μεγάλη της έκπληξη, όπως και οι άλλες αυτοκρατορίες πριν από αυτήν, ότι δεν αποτελεί κάτι ξεχωριστό στην ανθρώπινη ιστορία, ότι το ηθικό της πλεονέκτημα χάθηκε οριστικά στη ματωμένη διαδρομή της. Και τι απομένει; Οι τελευταίες λέξεις του βιβλίου είναι χαρακτηριστικές (ειρωνεία, ικεσία;): «Όλοι θα σωθούν. Όλοι θα σωθούν.» Μπορεί και κανένας. Ο χρόνος θα δείξει…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s