Αλληλογραφία 1927-1938 – Τσβάιχ/ Ροτ

1η δημοσίευση: Book Press

Έχει ειπωθεί πολύ σωστά, μεταξύ άλλων, ότι η φιλία είναι η ισότητα των φίλων. Αυτό δεν συνεπάγεται απαραίτητα την κοινότητα απόψεων και στόχων. Σε διάρκεια χρόνου, η καθεμιά προσωπικότητα αποπλέει με τους δικούς της ανέμους για διαφορετικά λιμάνια, όπου συχνά συναπαντά άλλους ανθρώπους με διαφορετικά όνειρα και ζωές. Κι όμως, όταν οι φίλοι βρίσκονται μαζί στον ίδιο χώρο, όπως κι αν έχουν καταφτάσει εκεί (πεζοί ή εποχούμενοι), αφήνουν πίσω τους εκείνα που τους χωρίζουν και τους διαφοροποιούν στην κοινωνική τους ζωή και ενωμένοι ξεγυμνώνονται χωρίς αναστολές ο ένας μπροστά στον άλλον. Ίσοι απέναντι στο ιδανικό και τον νόμο της φιλίας τους, ο οποίος μετατρέπεται σε κατηγορική προσταγή.

Αυτή υποτίθεται ότι είναι η ιδανική συνθήκη, ο ορισμός ίσως του τι καθιστά κάποιον φιλέταιρο. Πλην όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ουδείς προσέρχεται άκαπνος στη στρογγυλή τράπεζα, παρά κουβαλάει μαζί του και τη σκευή του (ο καθείς και τα όπλα του) επιχειρώντας να αφήσει στον προθάλαμο όλα εκείνα που χωρίζουν, ώστε προσερχόμενος να θυμηθεί εκ νέου όλα εκείνα που ενώνουν. Δεν είναι ακατόρθωτο, αλλά σίγουρα είναι εξαιρετικά δύσκολο. Πολλώ δεν μάλλον όταν έξω από την αίθουσα της συνάντησης μαίνεται η καταιγίδα του ιστορικού χρόνου, ακούγεται ο καλπασμός των ιπποτών της Αποκάλυψης, και τα παράθυρα ανοίγουν από τις ριπές ανέμου της βίας που εισέρχεται στον θεωρητικά στεγανό χώρο.

Ετούτη είναι η περίπτωση της φιλίας του Σ. Τσβάιχ και του Γ. Ροτ. Δύο φίλων, δύο συγγραφέων, δύο αντρών, που έζησαν και έγραψαν και συνδέθηκαν σε μια εποχή δύσκολη, μεταβατική για την ανθρωπότητα και τους ίδιους. Εποχή αναταράξεων που έφερε στη Γερμανία και την Αυστρία (κοινή χώρα καταγωγής) τον Ναζισμό με συνέπεια τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επιπρόσθετα, κι αυτό είναι ένα ακόμα κοινό τους γνώρισμα, μοιράζονταν την εβραϊκή τους καταγωγή, έγκλημα ιδιαζόντως ειδεχθές σύμφωνα με τη νέα τάξη πραγμάτων του 3ου Ράιχ, κάτι που επηρέασε σημαντικά τόσο την ίδια τους τη φυσική ύπαρξη όσο και τη λογοτεχνική τους επιβίωση ως γερμανόφωνοι συγγραφείς. Μπορεί λοιπόν αυτό που τους έφερε κοντά αρχικά να ήταν ο θαυμασμός του ενός για τον άλλο όσον αφορά το λογοτεχνικό τους έργο, εντούτοις οι χαρακτήρες τους, η ζωή τους και η σύντομη πορεία που διέγραψαν στη ζωή διαφοροποιήθηκαν σημαντικά.

Το εν λόγω βιβλίο με τίτλο «Αλληλογραφία 1927-1938», περιέχει το σύνολο της αλληλογραφίας των δύο αντρών κατά τα έτη αυτά. Και ομολογώ ότι σε αρχικό στάδιο, μου δημιούργησε μια ελαφριά αίσθηση απογοήτευσης ως προς το εξής: Ήμουν έτοιμος να βυθιστώ σε μια συλλογή de profundis αποκαλύψεων λογοτεχνικής υφής. Ένα βύθισμα, ξεψάχνισμα του λογοτεχνικού έργου του καθενός, ανταλλαγών και διαξιφισμών περί της λογοτεχνίας εν γένει, του ύφους, αλλά και των επιρροών τους, συν το απαραίτητο διάνθισμα κριτικής άλλων ομοτέχνων και έργων της εποχής τους, σκωπτικό πιθανώς, αλλά ταυτόχρονα ενημερωτικό. Κοντολογίς, περίμενα μια αλληλογραφία κενού χώρου, εποχής «παχιών αγελάδων», όπου οι μετέχοντες τρόχιζαν την πένα τους προκειμένου να αντιπαρατεθούν «περί διαγραμμάτων» κι όχι για τα ταπεινά καθημερινά και τετριμμένα. Κι ως προς αυτό απογοητεύτηκα αρχικά, μολονότι το βιβλίο διόλου δεν ευθύνεται για τις δικές μου προσδοκίες.

Όχι ότι στο πλήθος των επιστολών δεν υπάρχουν πολλά τέτοια σημεία, ιδίως στη μεταξύ των φίλων ανταλλαγή απόψεων για τις κυκλοφορίες των δικών τους βιβλίων (κυρίως ο Ροτ γεννοβολούσε ακατάπαυστα την περίοδο εκείνη, ουσιαστικά για λόγους επιβίωσης) – σχόλια για το ύφος, για τις όποιες ελλείψεις, γενικώς και αορίστως για θέματα λογοτεχνικής επικαιρότητας. Όμως δεν είναι αυτό που κυριαρχεί στο βιβλίο. Αργά αλλά σταθερά όσο περνούν οι σελίδες, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε κάτι λιγότερο αιθέριο και περισσότερο χθόνιο που έχει σχέση κατά κύριο λόγο με τις απαιτήσεις του σώματος, παρά με εκείνες του πνεύματος, οι οποίες δείχνουν να υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη – την ανάγκη του ανθρώπου που καταμαρτυρεί τον αγώνα του για επιβίωση, για συντήρηση, για τροφή και στέγη. Και αυτή είναι μια ακόμα σημαντική διαφορά που στοίχειωσε τη συνύπαρξη των δύο φίλων. Ο μεν Τσβάιχ επιτυχημένος ήδη συγγραφέας, με οικονομική άνεση. Ο δε Ροτ μη καταξιωμένος ακόμη, αείποτε χρεωμένος, μηδέποτε ικανοποιημένος από τις οικονομικές του συναλλαγές με τους εκδότες του. Ταυτόχρονα, χρόνια αλκοολικός, με εύθραυστη υγεία τόσο σωματική όσο και ψυχική, με εξάρσεις και κρίσεις που τον καθιστούσαν επιθετικό και πικρόχολο, οι οποίες συν τω χρόνω εξελίσσονταν προς το χειρότερο.

Δυστυχώς, η ζωή του υπήρξε όντως τραγική, καθότι είχε να φροντίσει την άρρωστη γυναίκα του κλεισμένη σε ψυχιατρική κλινική, αλλά και ανθρώπους εξαρτημένους οικονομικά. Αν προστεθεί και η εντυπωσιακή του ανικανότητα στη διαχείριση των οικονομικών του, αυτό το εκρηκτικό μείγμα τροφοδοτεί ανηλεώς σχεδόν κάθε του επιστολή. Κι αυτό είναι, φρονώ, το στοιχείο που αφήνει τη σφραγίδα του στο βιβλίο αυτό: καθεμιά επιστολή του Ροτ προς τον Τσβάιχ κραυγάζει αγωνία, όνειδος, πικρία. Αυτή η πολυκύμαντη σχέση, όπως κάθε σχέση, είχε τις σκοτεινές πλευρές της, τα μυστικά της, τις ατιμίες και το μεγαλείο της. Αίφνης ανασύρονται από τη λάσπη της ποταπότητας κάποιες φωτεινές στιγμές καθαρού πνεύματος και ευφυίας. Συχνότερα όμως ο βούρκος του αλκοόλ, της ανέχειας, της κόλασης της σχέσης με μια άρρωστη ψυχικά γυναίκα συμπαρασύρουν τα πάντα στο χθαμαλό. Η ανασφάλεια μετατρέπεται σε πικρία, σε κραυγή απόγνωσης κάποιου που έδειχνε να ζει συνεχώς σε ένα limbo όπου κανείς δεν μπορούσε να τον κατανοήσει, όλοι τον επιβουλεύονταν και εξύφαιναν συνωμοσίες πίσω από την πλάτη του.

Διαβάζοντας τις επιστολές του Ροτ προς τον Τσβάιχ ίσως κάποιος να αποκομίσει την εντύπωση ότι ο πρώτος μιλάει σε τοίχο, σε αυτιά μη ακούοντος, σε άνθρωπο ψυχρό και αποστασιοποιημένο, όπου κοιτάζει αφ’ υψηλού τον πάσχοντα, προσφέροντας υλική και ψυχική αρωγή με το σταγονόμετρο. Και είναι λογικό να φαίνεται εκ πρώτης έτσι, καθότι η κραυγή συνεχίζει να αντηχεί για χρόνο μετά αφότου έχει εκτοξευτεί. Και εκείνος που υποφέρει φωναχτά έχει το πλεονέκτημα να τραβά την προσοχή. Η κραυγή και ο πόνος του επιπλέον, φέρνει αυτόματα σε θέση άμυνας εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, αναγκάζοντάς τον να φανεί σκληρός και να αμυνθεί. Η περιχαράκωση δε σε αυτούς τους ρόλους απλά ενισχύει το μοτίβο, σε αέναη επανάληψη από την οποία κανείς δεν μπορεί να διαφύγει εύκολα.

Και όμως, όπως όλοι μας γνωρίζουμε καλά, ελάχιστες ανθρώπινες σχέσεις έχουν απλά αθώους και ενόχους, ένα θύμα και έναν θύτη. «Μηδενί δίκην δικάσεις…» λοιπόν, και οι σαφώς λιγότερες αριθμητικά απαντητικές επιστολές του Τσβάιχ προς τον φίλο του προσφέρουν κάποια ισορροπία. Ο ψύχραιμος κύριος Τσβάιχ έχει τα καλά χαρτιά στα χέρια του: είναι επιτυχημένος συγγραφέας, είναι ευκατάστατος, έχει πιο σταθερή οικογενειακή ζωή, ελάχιστες εξαρτήσεις (το κάπνισμα, που το είχε ήδη περιορίσει) και σχετικά καλή υγεία. Όλα αυτά του προσέφεραν τη δυνατότητα να παρακολουθεί από μια απόσταση τον άστατο, προβληματικό χαρακτήρα του φίλου του, παρέχοντας συμβουλές, δίχως να υποκύπτει στην οργή του για τις συχνά ανυπόστατες κατηγορίες του. Με μειλίχιο τρόπο εξέθετε τις αντιρρήσεις του, στοχεύοντας σχεδόν σε μόνιμη βάση σε δύο σημεία: πρώτον στον αλκοολισμό που έκανε τον Ροτ να βλέπει παντού συνωμοσίες εναντίον του και στην αδυναμία διαχείρισης χρημάτων. Και βέβαια ο Τσβάιχ δεν αρκείτο μόνο στις συμβουλές. Προς τιμήν του, παρέμβαινε στους εκδότες όπως και όποτε μπορούσε προς χάριν του Ροτ, πρότεινε να χρηματοδοτήσει την απεξάρτησή του σε ίδρυμα, και του προσέφερε απευθείας μεγάλα χρηματικά ποσά. Η συνδρομή του ήταν καθοριστικής σημασίας, καθώς όπως διαφαίνεται και από τις επιστολές, δίχως αυτή, ο Ροτ θα είχε οδηγηθεί στο τέλος του πολύ συντομότερα.

Είναι πολύ δύσκολο να οδηγηθεί κάποιος σε εύκολα συμπεράσματα σχετικά με τη σχέση των δύο ανδρών. Πολλά έχουν ειπωθεί, και συχνά αντικρουόμενα. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Τσβάιχ υπήρξε ψυχρός και επηρμένος παρατηρητής, ανίκανος για ενσυναίσθηση, όχι με την έννοια της πρακτικής βοήθειας αλλά της μη επικριτικής συμπαράστασης. Προφανώς αυτό αποδείχτηκε εξαιρετικά δύσκολο δεδομένων των συνθηκών. Οι δύο άντρες βρίσκονταν συχνά σε διαφορετικές πόλεις, ενίοτε χώρες, οπότε η δια ζώσης επαφή ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Ταυτόχρονα, οι ολοένα και πιο δύσκολες συνθήκες με την ταχεία άνοδο του Ναζισμού, τους φυλετικούς νόμους, τις διώξεις και τελικά την αυτοεξορία τους, δυσχέρανε σε βαθμό τραγικό την όποια προσπάθεια κατανόησης ή έστω αλληλεγγύης. Τη σπειροειδή κάθοδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού στη βαρβαρότητα ακολούθησε κατά βήμα και η σωματική και ψυχική υγεία του Ροτ, με τον αλκοολισμό του να επιβαρύνει τις αποφάσεις του, την κρίση του και τη σχέση του με τον μέχρι πρότινος φίλο του.

Ο λόγος του Ροτ γίνεται όλο και πιο παραληρηματικός αν και ποτέ δυσανάγνωστος, μολονότι εμφιλοχωρούν στοιχεία που δείχνουν την προϊούσα παράνοια ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι διώκεται. Ενός ανθρώπου που η φρικτή του καθημερινότητα τον συνθλίβει, και οι αναθυμιάσεις του αλκοόλ δεν επιτρέπουν τη διαφοροποίηση μεταξύ υπεύθυνων και ανεύθυνων. Σταδιακά συγχέονται στο μυαλό εκείνοι που τον έβλαψαν με εκείνους που τον ευεργέτησαν και η οργή μαζί με τον πόνο ξεχειλίζουν. Είναι όντως δραματικό να βλέπεις κάποιον που τον πνίγει το δίκιο του, όχι διότι κάτι τέτοιο ισχύει απαραίτητα αντικειμενικά, αλλά γιατί ο ίδιος το βιώνει ως αληθινό. Τότε ανεξάρτητα από τη απόδοση ευθυνών, αυτό που μετράει είναι το ίδιο το γεγονός του επονείδιστου βιώματος του πάσχοντος υποκειμένου. Η σχέση αιτίας αποτελέσματος πλέον χάνει την αξία της, καθώς υποχωρεί κάτω από το βάρος της θλίψης. Η ίδια η αρρώστια γίνεται ταυτόχρονα αιτία και αποτέλεσμα σύροντας στο βαρυτικό της πεδίο τόσο τον πρωταγωνιστή όσο και τους συμπαραστάτες του. Αυτό φαίνεται πως το κατανόησε γρήγορα κι ο ίδιος ο Τσβάιχ ο οποίος προσπάθησε να μην παρασυρθεί απόλυτα από την κραυγή που εξέπεμπε σε συνεχή βάση, ολοένα και πιο σταθερά και δυνατά ο Ροτ.

Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε σχετικά με το κατά πόσον θα μπορούσε ο Τσβάιχ να προστατεύσει, να συνδράμει, να στηρίξει ψυχολογικά και οικονομικά τον Ροτ ακόμα περισσότερο. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε, ο κλοιός έσφιγγε σταδιακά γύρω και από τους δύο, καθώς εξόριστοι πλέον αντιμετώπιζαν επιπλέον το ενδεχόμενο του αφανισμού τους. Φτάνοντας στις τελευταίες επιστολές, παρατηρούμε ότι η οργή και η πικρία αντικαθίσταται με την απάθεια. Ο Ροτ έρμαιο της άθλιας κατάστασης της υγείας του σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο, δείχνει να αποστασιοποιείται και να απομακρύνεται από τον φίλο του. Πλέον δεν επιχειρεί να τον μεταπείσει ή να επιτεθεί σε κοινούς γνωστούς και εκδότες που θεωρεί ότι τον αδίκησαν ή να επιχειρήσει να μεταστρέψει τον Τσβάιχ στο να συμμεριστεί τις ανησυχίες του ή τις απόψεις του. Το ύφος του είναι παραιτημένο, αδρανές, κοινότοπο, συγκαταβατικό. Κι αυτή δεν είναι η ηρεμία του κατασταλαγμένου, του ισορροπημένου, αλλά εκείνου που βρίσκεται κοντά στο τέλος και πλέον δεν ελπίζει ότι θα αλλάξει τίποτα στην προσωπική του μοίρα. Όπερ και συνέβη.

Το τέλος του Ροτ προηγήθηκε χρονικά από εκείνο του φίλου του κι ας ήταν 12 χρόνια μεγαλύτερος. Δεν έφυγε πλήρης ημερών, αλλά πλήρης πόνου, με την αίσθηση του αδικημένου, του αποσυνάγωγου, του εξόριστου από τη χώρα και τους φίλους του. Προφανώς, αφού πρόκειται για αλληλογραφία, μαθαίνουμε τον θάνατό του από επιστολές του Τσβάιχ προς άλλους, όπου γίνεται πλέον ξεκάθαρη η απόσταση που είχε προκύψει μεταξύ των δύο φίλων, ένα χάσμα που δεν μπόρεσε βέβαια να κλείσει ποτέ, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε η θέληση.

Αλλά πλέον δεν είχε σημασία, καθότι η παραίτηση αναδείχτηκε σε λάιτ μοτίφ της εποχής εκείνης. Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν απευθείας στην κόλαση, και τα ταπεινά ατομικά πεπρωμένα, ακόμα και των μεγάλων ανδρών, κλυδωνίστηκαν ελαφρά στην άκρη του γκρεμού και κατέρρευσαν μαζί με εκείνα των υπόλοιπων κοινών θνητών στο χάος που έφερε η μαζική υστερία του πολέμου.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Η Αντονίνα Βαλλεντέν- Λυσαίρ στον Σ. Τσβάιχ

Αγαπητέ Στέφαν,

κάτι με σπρώχνει να σου γράψω, είμαι βέβαιη ότι ο θάνατος του Γιόζεφ Ροτ σε έχει ταράξει βαθιά. Από όλους τους φίλους κανείς δεν τον αγαπούσε και δεν τον θαύμαζε όσο εσύ και εγώ.

Ο θάνατός του είναι παράλογος και οδυνηρός, αυτός ο θάνατος που ήταν μια αργή, αργόσυρτη αυτοκτονία. Τα τρομερά λόγια του Γκαίτε, τόσο οδυνηρά, τόσο αρκετά (από Βίλχελμ Μάιστερ): «Δεν ήξερε να κρατιέται, δεν το μπορούσε, κι έτσι σκόρπισε και τη ζωή του και το έργο του» ταιριάζουν σκληρά και στον Ροτ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s