Οι επικίνδυνες σχέσεις – Φ. Λακλό

1η δημοσίευση: Book Press

Η τέχνη διαφθείρει και η μεγάλη τέχνη διαφθείρει απόλυτα, για να παραφράσω ελαφρώς τον Λόρδο Άκτον. Πλέον, μου είναι απόλυτα κατανοητό γιατί στους παρελθόντες αιώνες, αλλά και πιο πρόσφατα, οι κάτοχοι της εξουσίας (κοσμικής / θρησκευτικής) επιχείρησαν να φιμώσουν τους καλλιτέχνες, λογοκρίνοντας την έκφραση, ιδίως στη γραπτή της μορφή. Κάποια βιβλία είναι όντως επικίνδυνα, όχι βέβαια για τους λόγους που οι μικρόνοες εξουσιαστές πάσης φύσεως και ιδεολογίας πίστευαν – λόγους επιφανειακούς σχετικούς με τη διαχείριση και τον έλεγχο του εκάστοτε υπάρχοντος.

Η τέχνη, εφόσον θέλουμε να σταθούμε στην ουσία, βλάπτει σοβαρά την ηθική επικάλυψη του status quo, νοηματοδοτώντας την/το εκ νέου. Για να το πετύχει αυτό, κινείται σε ατομικό επίπεδο και επιτίθεται υποδόρια στις βεβαιότητες του αναγνώστη. Αφενός με το να φωτίζει πτυχές του χαρακτήρα του που παρέμεναν κρυφές και αφετέρου μετατοπίζοντας τις εσωτερικές του πλάκες, αφήνοντάς τον έρμαιο του χάους που ενοικεί εντός, οδηγώντας τον σε terra incognita. Αυτός που επιστρέφει από το ταξίδι αυτό δεν μπορεί ποτέ να είναι ίδιος με εκείνον που ξεκίνησε για εκεί. Κι έτσι η τέχνη αλλάζει τον άνθρωπο, προκειμένου με τη σειρά του να αλλάξει τον κόσμο γύρω του. Είναι λοιπόν για λάθος λόγους που οι λογοκριτές έπρατταν και πράττουν το… σωστό.

Ο Λακλό έγραψε ένα επικίνδυνο βιβλίο και δικαίως του έδωσε τον τίτλο «Επικίνδυνες σχέσεις». Δεν μας παραξενεύει ότι ο εν λόγω διετέλεσε αξιωματικός του πυροβολικού. Οι βολές του βρίσκουν το κέντρο του στόχου, βομβαρδίζοντας ανελέητα τις ηθικές επιταγές της εποχής του, αλλά και όποιας εποχής. Ο συνδυασμός στρατιωτικού και συγγραφέα παραμένει εντυπωσιακά τελεσφόρος, βάλλοντας κατά ριπάς ενάντια στο ασφυκτικό πλαίσιο της κανονικότητας της εποχής τους, αλλά και κάθε κανονικότητας. Καθόλου τυχαία, ξανά, οι λογοκριτές και οι θεσμοί τους κατηγορούσαν την τέχνη του ως ελευθεριάζουσα ή ανήθικη, αφού διέκριναν πολύ σωστά την επίθεση στη βάση, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικά ρήγματα στην κοινωνική θέσμιση και στην εκπορευόμενη συναίνεση. Η οικογένεια, ο γάμος, οι σχέσεις των φύλων και η σεξουαλικότητα αποτελούσαν και συνεχίζουν να αποτελούν το κρίσιμο πεδίο αντιπαράθεσης, με τους καλλιτέχνες να εστιάζουν την κριτική τους σ’ αυτά, είτε επιτιθέμενοι άμεσα είτε έμμεσα -όπως στην περίπτωση του Λακλό- μέσω της ειρωνείας, του σαρκασμού και του κυνισμού.

Φυσικά εδώ δεν πρόκειται να σταθώ στο κατά πόσον ο συγγραφέας είχε αυτή ή την άλλη πρόθεση. Η πρόθεση του δημιουργού (η γνωστή προθεσιακή πλάνη) δεν μας αφορά, ενώ από τη στιγμή που το έργο έφυγε από τα χέρια του και περιήλθε στους αναγνώστες παρόντες και μελλοντικούς, ξεκίνησε να αναπτύσσει δυναμικές άσχετες με το αρχικό πλαίσιο δημιουργίας του. Ας ξεκαθαρίσω όμως πρώτα κάποια σημεία. Καταρχάς, οι «Επικίνδυνες σχέσεις» είναι ένα επιστολικό ή επιστολογραφικό μυθιστόρημα, το οποίο αποτελεί υποείδος της αισθηματικής πεζογραφίας. Η πλοκή λαμβάνει χώρα μέσω των επιστολών, τις οποίες ανταλλάσσουν οι πρωταγωνιστές του βιβλίου. Στις «Επικίνδυνες σχέσεις», ο υποκόμης Ντε Βαλμόν συνωμοτεί με τη μαρκησία Ντε Μερτέιγ προκειμένου να διαφθείρουν μια παντρεμένη κυρία (Ντε Τουρβέλ), μια νεαρή ανύπαντρη κοπέλα (Σεσίλ Βολάνζ) και τον νεαρό επίδοξο μνηστήρα της τελευταίας (ιππότης Ντανσενί). Ταυτόχρονα στον χορό αυτόν θα συμπαρασύρουν και άλλα πρόσωπα του στενού περιβάλλοντός τους, όπως θα μάθουμε μέσα από τις επιστολές που υποτίθεται ότι διασώθηκαν και εκδόθηκαν μερίμνει του εκδότη.

Ένα πρώτο σημείο ενδιαφέροντος είναι το γεγονός ότι εξαρχής ο συγγραφέας σπεύδει να… συσκοτίσει την αυθεντικότητα των επιστολών αυτών, μέσω του «Προλόγου του εκδότη» που μας προειδοποιεί ότι πιθανότατα δεν είναι αυθεντικές. Η δικαιολογία, δε, είναι άκρως λογοτεχνική και σαρκαστική και έχει ως εξής: πώς θα ήταν δυνατόν όσα ακραία πρόκειται να διαβάσει ο ανύποπτος αναγνώστης να είναι τίποτα παραπάνω από αποτέλεσμα της φαντασίας, αφού τόσο ανήθικα άτομα αποκλείεται να ζουν στον αιώνα του; Χαμογελάμε μαζί με τον Λακλό και προχωρούμε στον «Πρόλογο του επιμελητή» όπου γίνεται προσπάθεια να πιστοποιηθεί η αυθεντικότητα των επιστολών που έχουν διασωθεί. Άσχετα με τους πρακτικούς λόγους που οδήγησαν τον συγγραφέα στη εποχή του να χρησιμοποιήσει το τέχνασμα αυτό, ο σύγχρονος αναγνώστης έχει ήδη τραβήξει ήδη το παραπέτασμα που διαχωρίζει τη λογοτεχνία από την πραγματικότητα, τη ζωή από την αναπαράστασή της, εκεί που ο ήλιος της τέχνης έχει αρχίσει ήδη την πορεία του στο στερέωμα, φωτίζοντας και δίνοντας ζωή στους ήρωες του δράματος.

Ο υποκόμης Ντε Βαλμόν, ένα από τα δύο βασικά πρόσωπα, είναι ο σκανδαλοθήρας, ο αριστοκράτης που ζει για να διαφθείρει τις γυναίκες της τάξης του, όχι μόνο για την προσωπική του απόλαυση, αλλά ταυτόχρονα για να τις περιφέρει ως τρόπαια στην αυλή των ομοίων τους. Επιλέγει τους στόχους του με προσοχή και στη συνέχεια αφιερώνεται στην εκπόρθησή τους, ώστε να τις οδηγήσει στο κρεβάτι του και εν συνεχεία στα κουτσομπολιά της ομήγυρης. Τι είδους άνθρωπος είναι αυτός; Μια πρώτη απάντηση είναι ότι πρόκειται για εκμαυλιστή με στρατηγικό στόχο: να επιτεθεί στον πυρήνα της ηθικής, αποσταθεροποιώντας το πλαίσιο νομιμοποίησης της κοινωνίας. Προς τιμήν του εμφανίζεται ως αμοραλιστής, ένας ελευθεριακός της ηδονής, δίχως την οπορτουνιστική επίφαση κοινωνικής επαναστατικότητας – δεν επιθυμεί να αλλάξει τον κόσμο ή τον εαυτό του.

Προσεγγίζει περισσότερο τον Στίρνερ στο «Ο μοναδικός και το δικό του» με επίγευση Ντε Σαντ, χωρίς το…σαδικό στοιχείο, τουλάχιστον σε σωματικό επίπεδο. Κατανοεί ότι στο πεδίο της μάχης, μεταξύ των φύλων, υπάρχουν μόνο νικητές και ηττημένοι, και έχει ξεκάθαρα επιλέξει με ποιους θα είναι. Δεν του αρκεί η παράδοση, απαιτεί την ολοκληρωτική επικράτηση. Η ευτυχία της ηττημένης θα προέλθει μόνο ύστερα από την αποδοχή του πάθους της. Και είναι αυτή η ήττα, η επικράτηση επί της διαπομπευμένης αρετής, που θα αναδείξει την αξία του κατακτητή. Ποιος είναι ο μύχιος στόχος του Ντε Βαλμόν; Η εκδίκηση, όπως αναφέρει σε στιγμές ειλικρίνειας. Βέβαια, ακόμα και ετούτος ο κατά συρροή ψεύτης, έχει στιγμές ειλικρίνειας, αποκλειστικά απέναντι στη Μαρκησία Ντε Μερτέιγ. Ακόμα και οι πεπτοκώτες άγγελοι έχουν ανάγκη να εξομολογηθούν τα κρίματά τους ή, έστω, να παραδεχτούν τις πράξεις τους δίχως να αποκρύπτουν τα κίνητρά τους – κι ετούτο αποτελεί το μέγιστο όριό τους.

Ποια είναι όμως η μαρκησία Ντε Μερτέιγ; Τι είδους πλάσμα είναι αυτό που ούσα γυναίκα στρέφεται με μέγιστη χαρά ενάντια στο φύλο της, χωρίς όμως να χαρίζεται στο αντρικό φύλο στο ελάχιστο; «Μιλάω για τις αρχές μου…γιατί δεν είναι σαν τις αρχές άλλων γυναικών…. Είναι δικό μου δημιούργημα και μπορώ να πω ότι κι εγώ είμαι δικό μου δημιούργημα». Ένα αυτόφωτο πλάσμα, άγγελος εκδικητής, η Λίλιθ των σαλονιών, που μοναδικό της στόχο έχει να παραπλανεί, να αποπλανεί, να απεργάζεται τεχνάσματα που θα κηλιδώσουν δια παντός την αρετή, την υπόληψη όσων έρχονται σε επαφή μαζί της. Δεν κομίζω γλαύκα υποστηρίζοντας το προφανές, δηλαδή ότι ο συγγραφέας ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη γυναίκα αυτή, προσφέροντάς της την αθανασία που της αρμόζει. Κάποιες από τις ωραιότερες και πλέον εμβριθείς επιστολές του έργου είναι αφιερωμένες σ’ αυτήν. Ραδιούργα, πονηρή, κακών προθέσεων και χείριστων πράξεων, η αδίστακτη αυτή γυναίκα διαθέτει το πνεύμα και την πρόθεση να κάνει το μέγιστο κακό στο μέτρο των υψηλών δυνατοτήτων της. Ως προς αυτό παραμένει αταλάντευτη ως το τέλος, δίχως παλινωδίες και συστολές. Δεν διαθέτει την ελάχιστη ενσυναίσθηση, κάτι που θα εξελάμβανε ως αδυναμία.

Και όμως αυτό το πλάσμα είναι απέραντα γοητευτικό λογοτεχνικά. Διαθέτει απαστράπτον πνεύμα, τρομακτική γοητεία και, το κυριότερο, δυνατότητα ανάλυσης των κινήτρων, των πιο βαθιών προθέσεων των ανθρώπων. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τους πλέον αφελείς, όπως το νεαρό ζεύγος Σεσίλ Βολάνζ / ιππότη Ντανσενί, αν και το μέγιστο επίτευγμά της παραμένει η μεγαλειωδώς αμφίρροπη συνύπαρξη με τον υποκόμη Ντε Βαλμόν. Το ζευγάρι εμφορείται κυριολεκτικά από καλλιτεχνικό μεγαλείο, καθιστώντας το ένα από τα πλέον γοητευτικά της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τίποτε δεν μπορεί να τους σταθεί εμπόδιο όταν ενωμένοι με τα δεσμά της ευφυούς φαυλότητάς τους επιτίθενται στο νευραλγικό κέντρο της αριστοκρατικής ηθικής. Διόλου τυχαία, επομένως, η πτώση θα έρθει όταν προκύψει αναπόφευκτα η μεταξύ τους σύγκρουση. Και είναι τότε που το μαύρο άστρο της μαρκησίας θα λάμψει για έσχατη φορά. Η δύναμη της φύσης, η larger than life προσωπικότητά της, θα προτιμήσει να καταστραφεί παρά να υποκύψει σε έναν άντρα. Έστω κι αν αυτός ο άντρας είναι ο υποκόμης, με τον οποίο έχει μοιραστεί τα πάντα: στόχους, σχέδια, ηδονή, έρωτα. Αυτή και η βασική τους διαφορά: ο μεν θέλει να κατισχύει των πάντων, να γίνει ο αφέντης όλων. Η δε να μην έχει ποτέ και για κανένα λόγο αφέντη. Το μεγαλείο της μαρκησίας είναι η αδάμαστη φύση της. Η μικρότητα του υποκόμη είναι η ανάγκη του να νικά. Η μεν δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα και σε κανέναν, παρά μόνο να σταθεί στο ύψος του εαυτού της. Ο υποκόμης έχει ανάγκη να αποδεικνύει πάντα σ’ εκείνη την αξία του, μέσω της υπεροχής του έναντι των άλλων γυναικών. Μπορεί να αποκτήσει όλες τις γυναίκες του κόσμου, αλλά όχι κι εκείνη, αν η ίδια δεν τον κρίνει άξιο της αγάπης της.

Ο νιχιλιστής υποκόμης προσπίπτει και εξομολογείται σε μία και μόνη ανώτερη αρχή, εκείνη της μαρκησίας. Λογικό, διότι όπως διαφαίνεται από τις επιστολές του, η γυναίκα τον γνωρίζει, τον διαβάζει και τον αναλύει πολύ καλύτερα από όσο εκείνος τον εαυτό του. Συχνά βρίσκεται στη θέση να του εξηγεί με περίσσεια υπομονή τα κίνητρά του, προσφέροντάς του βάθος, έκταση και προσήλωση στους σκοπούς του που ποτέ δεν θα πετύχαινε από μόνος του. Και όταν έρθει η στιγμή που ο υποκόμης θα υποκύψει στο αμάρτημα του έρωτα για το θύμα του, η μαρκησία είναι εκείνη που θα του το υποδείξει ως «…το είδος του έρωτα που εσείς είστε ικανός να νιώσετε». Εκείνη πάλι θα του προσφέρει τη λύση, τις πιθανές επιλογές και τη διέξοδο. Ο υποκόμης θα την εισακούσει, αν και ο τρόπος που θα το κάνει θα αποδειχθεί βεβιασμένος και ανεπίγνωστος, κάτι που δεν θα διαφύγει από το άγρυπνο μάτι της μαρκησίας. Αυτή η γυναίκα δεν αρκείται στις επιφανειακές και σπασμωδικές αντιδράσεις, ακόμα και του αγαπημένου της Ντε Βαλμόν. Εφόσον κρίνει ότι τα κίνητρα και οι υποσυνείδητες παρορμήσεις και επιθυμίες έρχονται σε σύγκρουση με τις πράξεις του, θα το επισημάνει δηκτικά, αναμένοντας αλλαγή πορείας.

Και βέβαια, αυτό το αδαμάντινο, όσον αφορά την ανεξαρτησία του, πλάσμα δεν θα απαιτήσει τίποτα λιγότερο απ’ το άπαν. Αν δεν το έχει, θα ζητήσει να αποσυρθεί, απομακρυνόμενο συναισθηματικά και σωματικά. Ο υποκόμης αδυνατεί να το αποδεχθεί και θα κάνει αυτό που γνωρίζει καλύτερα: θα απειλήσει με εχθροπραξίες, με κήρυξη πολέμου, θύμα της αλαζονείας του. Η γυναίκα δεν θα χρειαστεί παρά τον ελάχιστο χρόνο για να απαντήσει με δύο λέξεις: «Πόλεμος λοιπόν!» κι αυτές θα είναι οι τελευταίες που θα ακούσουμε / διαβάσουμε από τα χείλη της στο βιβλίο. Από τη στιγμή εκείνη και μετά τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους και το ζευγάρι οδηγείται στην καταστροφή. Και αν για τον υποκόμη το τέλος είναι το αρμόζον, όσον αφορά τη μαρκησία παραμένει η εντύπωση στον αναγνώστη ότι ο Λακλό την οδηγεί στην εξορία αφενός για να γλυτώσει τις ηθικολογικές αντιδράσεις ενός κοινού που ανέμενε τη «θεία δίκη» κι αφετέρου τον πάντα ορατό κίνδυνο παρέμβασης του λογοκριτή.

Ο Λακλό δεν καλεί τον αναγνώστη να πάρει θέση –τουλάχιστον όχι τον σύγχρονο, καθότι στην εποχή του οι αντιδράσεις ενός κοινού όπου η εκκλησιαστική επιρροή και η ηθικολογία με όλες τις πρακτικές της συνέπειες αποτελούσε καθημερινότητα, ήταν δεδομένες. Είναι όμως η χρονική απόσταση που μας γλυτώνει από την ανάγκη να ηθικολογήσουμε, προσφέροντάς μας κάτι σαφώς ανώτερο: την αισθητική αντί της ηθικής αποτίμησης, δώρο του χρόνου. Το οποίο μας οδηγεί στον κατεξοχήν ορισμό του τι εστί τελικά κλασικό, και ένα από τα στοιχεία του είναι αυτό που μόλις περιέγραψα: δηλαδή, η απόλαυση ενός κειμένου εκτός ιστορικού εννοιολογικού πλαισίου, καθαρμένου όσο το δυνατόν από ιδεολογικές, ηθικές συνδηλώσεις, πλην εκείνων που ο αφηγηματικός τρόπος του δημιουργού του έχει ενσωματώσει εντός του. Και οι «Επικίνδυνες σχέσεις» αποτελούν τον ορισμό του κλασικού. Το κείμενο του μεγάλου αυτού συγγραφέα στέκεται αυθύπαρκτο, εκτός εποχής – μπορούμε να μη γνωρίζουμε τίποτα για το πλαίσιο στο οποίο γράφτηκε, για τις συνθήκες, τους τόπους και τα πρόσωπα και να συνεχίσουμε να το διαβάζουμε με αμείωτο ενδιαφέρον. Κι αυτό είναι το μείζον στη λογοτεχνία κατά την άποψή μου: Πώς το καταφέρνει αυτό ο συγγραφέας; Πώς διαπερνά τη μεμβράνη του προσωρινού, στοχεύοντας στο ανεξίτηλο;

Προβλέψιμη απάντηση: η συγγραφική ιδιοφυία. Ο αφηγηματικός τρόπος του Laclos είναι εκείνος της μαρκησίας, καθώς τεχνηέντως μεταφέρει τη σύρραξη στο εσωτερικό μας πεδίο, οπότε «…παρασυρόμαστε με τόση ταχύτητα που οι τύψεις δεν προλαβαίνουν να ακολουθήσουν». Θύματα του εκμαυλιστή συγγραφέα, εμείς οι «ενάρετοι» αναγνώστες. Ο Λακλό αναλαμβάνει κάθε φορά να εισέλθει στο πνεύμα του εκάστοτε πρωταγωνιστή, αναλύοντας αδευτέρωτα όχι μόνο τον χαρακτήρα αλλά και τις μύχιες σκέψεις του. Και επειδή ακριβώς περιγράφει την ανθρώπινη κατάσταση, τα κίνητρα, την έκφραση και τον βαθύ πυρήνα των αρσενικών και θηλυκών πρωταγωνιστών του, ο αναγνώστης συμπλέκεται και εναρμονίζεται πλήρως με το έλεος και τον φόβο που αναδύονται από τις σελίδες του κειμένου. Καμία χρονική απόσταση, τίποτα παλιακό, ουδεμία αίσθηση σκουριάς δεν αποπνέει το βιβλίο αυτό. Παραμένει απόλυτα συγκαιρινό, φωτίζοντας με την άσβεστη φλόγα της τέχνης του το εσωτερικό μας τοπίο – τουτέστιν, τις δικές μας σκέψεις, προθέσεις, αντιδράσεις, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση του παραδοσιακού εμποδίου της χρονικής απόστασης που αφαιρεί συχνά από ένα έργο τέχνης τη φρεσκάδα του, καθιστώντας το απλά μουσειακό έκθεμα, εκ του μακρόθεν αντικείμενο θαυμασμού.

Να τονίσω επιπρόσθετα το εντυπωσιακά σφιχτό… μοντάζ του έργου, καθώς ο συγγραφέας έχει όντως παραθέσει τις πλέον αναγκαίες επιστολές, αφαιρώντας το όποιο περιττό «λίπος». Όσα διαβάζουμε, κι ας είναι ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, αποδεικνύονται άκρως απαραίτητα, αφενός για την κατανόηση και την εξέλιξη της πλοκής και αφετέρου για την αναγνωστική απόλαυση. Και εδώ οφείλω να αναφέρω την εξαιρετική απόδοση του κειμένου από τον Κώστα Κατσουλάρη, η οποία επιτρέπει να απολαύσουμε τις λεπτές αποχρώσεις της σκέψης του Λακλό σε όμορφα ελληνικά.

Οι «Επικίνδυνες σχέσεις» παραμένουν επικίνδυνες ακόμα και με το πέρασμα των αιώνων που προηγήθηκαν. Εξεγείρουν, ερεθίζουν, προκαλούν, ερίζουν και διαφθείρουν (αν το έργο τέχνης δεν μας διαφθείρει, είπαμε, δεν είναι άξιο λόγου!) όπως και τότε που γράφτηκαν. Πρόκειται σαφώς για επίτευγμα που ελάχιστοι καλλιτέχνες πέτυχαν, αν και οι περισσότεροι προσπάθησαν με κάθε ικμάδα τους, συχνότερα εις μάτην. Ο στρατιωτικός Λακλό έστησε με περισσή τέχνη τις πυροβολαρχίες του, προτού αποφασίσει να βομβαρδίσει το παρόν, στοχεύοντας σε παράλληλο χρόνο το μέλλον με το βιβλίο του. Το αποτέλεσμα δεν τον διέψευσε, αν και δεν το έμαθε ποτέ (είχε όμως αυτή την πρόθεση, καθότι μεγαλομανής όπως όλοι οι ευφυείς). Μπορεί να έχασε τη μάχη με την εποχή του και τους συγκαιρινούς του, να πέθανε στα 62 του όχι ιδιαίτερα δημοφιλής (μάλλον διαβόητος), αλλά τελικά κέρδισε τον πόλεμο. Τον μόνο άξιο λόγου πόλεμο: εκείνον με τον Χρόνο και την πιστή θεραπαίνιδά του τη Λήθη. Εμείς, πιστοί πατριώτες της κοινής πατρίδας μας, της Λογοτεχνίας, νοερά στεκόμαστε προσοχή και τον χαιρετούμε εκεί που βρίσκεται.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s