Φάουστ – Γκαίτε

1η δημοσίευση: BookPress

Ολοκληρώνοντας τον «Φάουστ» του Γκαίτε, αυτό που μπορώ να καταθέσω ως το μέγα διακύβευμα της ανάγνωσής του είναι – κι ας ακουστεί παράξενο- η δυνατότητα μετάφρασης. Ειδικότερα δε, της διερεύνησης του κατά πόσον αυτή μπορεί να αποδώσει το πρωτότυπο κείμενο. Και ως παρεπόμενο βήμα, θα ήταν αδύνατο να μην αναφερθώ στη σθεναρή αντίσταση ενός πολυδαίδαλου κειμένου στις πλάγιες ματιές και τη διαγώνια ανάγνωση ενός σύγχρονου κοινού εθισμένου σε άλλου είδους παραστάσεις. Ας ξεκινήσω όμως από το ίδιο το έργο, προτού περάσω στα υπόλοιπα.

Ο «Φάουστ» αποτελείται από 2 μέρη (συνολικά 12.111 στίχοι), με το 2ο -και πιο απαιτητικό- μέρος να χωρίζεται σε 5 πράξεις. Τα dramatis personae είναι πλέον γνωστά, μιας και το πέρασμα των αιώνων και οι αμέτρητες αναφορές τούς προσέδωσαν μυθικές διαστάσεις: Ο πανεπιστήμων Φάουστ, ο Μεφιστοφελής-Σατανάς, η αθώα Μαργαρίτα, μαθητές, βοηθοί, ποιητές και παρατρεχάμενοι, μυθικά πρόσωπα όπως η ωραία Ελένη και άλλοι ομηρικοί ήρωες, τέρατα, βιβλικές μορφές και, καθόλου απρόσμενα, ο Θεός με τους αγγέλους. Ο αναγνώστης παρακολουθεί από τις εναρκτήριες σκηνές το στοίχημα μεταξύ του Θεού και Μεφιστοφελή με έπαθλο την ψυχή του σεβάσμιου Δρ. Φάουστ. Εν συνεχεία, την κάθοδο του Μεφιστοφελή στη Γη, την επαφή του με τον Φάουστ και την κοινή πορεία τους στον χώρο και τον χρόνο, καθώς ο πρώτος υπόσχεται να ικανοποιήσει καθεμιά επιθυμία του δεύτερου, με τίμημα την αθάνατη ψυχή του – έως το τέλος, με τον υπερήλικα πλέον Φάουστ να αποδίδει τα οφειλόμενα.

Έργο τιτάνιο του Γερμανού ποιητή, ο οποίος διέπραξε, θαρρείς, το ίδιο έγκλημα με τον ήρωά του, προκειμένου να φέρει εις πέρας τον Φάουστ κατά τη διάρκεια της ζωής του: Επιστρέφοντας σε τακτά διαστήματα, προσθέτοντας στίχους, πράξεις, οικοδομώντας, εμπλουτίζοντας το ήδη υπάρχον. Περιφρονώντας τον χρόνο, τον ίδιο εκείνο χρόνο που μέρα τη μέρα τον έσπρωχνε προς το αναπόφευκτο. Κάθε του στίχος και μια άρνηση, κάθε πράξη μια κραυγή ελευθερίας του Ανθρώπου που κοιτάζει με πάθος και απόγνωση το τέλος του, και εξίσου παθιασμένα και ανέλπιδα δεν παραδίδει την πένα του (το μόνο του όπλο ενάντια στο κενό) παρά μόνο όταν έχει γράψει στο τέλος το οριστικό «Finis».

Οι μυημένοι στα περί έμμετρης ποίησης-δράματος, θα μπορούν να αναγνωρίσουν και προφανώς να απολαύσουν πληρέστερα τις συνεχείς εναλλαγές μέτρου, το ιδιοφυές και ανεπανάληπτο παιχνίδι του Γκαίτε με τους στίχους. Ο μέγας δραματουργός έχει εντρυφήσει στο αρχαίο ελληνικό θέατρο: στο τραγικό (Ευριπίδης), το κωμικό (Αριστοφάνης) και το σατιρικό δράμα. Εν συνεχεία βεβαίως διαπερνά δημιουργικά το σαιξπηρικό corpus, κορφολογώντας κι από τον μεγάλο Άγγλο δραματουργό εικόνες, ονόματα, καταστάσεις, ιδέες, ρίχνοντάς τες στο μεγάλο τσουκάλι του ποιητικού του οράματος, ενώ δεν λείπουν συνεχείς αναφορές στα βιβλικά κείμενα και σε μουσικά είδη όπως η όπερα.

Η μαγεία της τέχνης του Γκαίτε συμπυκνώνεται ακριβώς σ’ αυτό το περίτεχνο αμάλγαμα, καθώς τα επιμέρους ουδόλως ξεχωρίζουν, ενώ ταυτόχρονα άπαντα τα εναντιόμορφα αλληλο-περιχωρούνται αρμονικά. Ο αναγνώστης θα απολαύσει το πώς ο ποιητής μεταπηδά απρόσκοπτα από το κωμικό στο δραματικό, από το μεσαιωνικό στο νεωτερικό και πίσω στο αρχαϊκό, με ταυτόχρονη χρήση υφολογικών μέσων που συνάδουν με την καθεμιά εποχή. Το μέτρο παρακολουθεί τη θεματική, ορίζεται από εκείνην και με τη σειρά του την περικλείει δημιουργικά. Άξιο θαυμασμού παραμένει το πώς ο Γκαίτε, ως άλλος Ήφαιστος, τοποθετεί στο αμόνι του θεωρητικά ετερόκλιτα είδη και τα σφυρηλατεί έως ότου αποκτήσουν την όψη εκείνη που ταιριάζει στο όραμά του. Μορφολογικά στοιχεία, μετρικές ακροβασίες, εναλλαγές ύφους, συγκλίνουν, χωρίς να απεκδύονται ουδόλως τη μοναδικότητά τους.

Επιπρόσθετα, οι βασικές θεματικές, όπως το προσωπικό (κωμικό-σατιρικό) και το οικουμενικό στοιχείο (τραγικό), η αναζήτηση του κάλλους, του πλούτου, του έρωτα, το θρησκευτικό συναίσθημα και η άρνησή του μέσω της παρουσίας του Μεφιστοφελή, ο πειρασμός, η τιμωρία και στο τέλος η λύτρωση, αποδίδονται μεγαλειωδώς, με την απαράμιλλη χρήση των κατάλληλων για την περίσταση εκφραστικών μέσων.

Είναι αντικειμενικά αδύνατον να εκθέσω στο πλαίσιο μιας μικρής παρουσίασης όλα εκείνα τα σημεία στα οποία το πνεύμα του αναγνώστη στέκεται ενεό, επαναλαμβάνοντας στίχους και στροφές, προσαρμόζοντας τους εγκεφαλικούς του κάλυκες στο μέτρο και τον ρυθμό. Και στη συνέχεια απολαμβάνοντας την επίγευση που προσφέρει η σταδιακή αφομοίωση όσων διάβασε και κατανόησε, έστω αποσπασματικά, ορεγόμενος τη συνέχεια. Και ας είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον όλα τα μέρη, οι πράξεις να παρουσιάζουν το ίδιο ενδιαφέρον, καθότι ο χρόνος μπορεί να μην έριξε τη σκιά του στο ίδιο το έργο, πλην όμως ο σύγχρονος αναγνώστης βιώνει το παρόν και θεάται το παρελθόν μέσω της πεπερασμένης οπτικής και αισθητικής του.

Ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία, ιδίως για τον Έλληνα αναγνώστη, αποτελεί η πρόδηλη παρουσία του κεντροευρωπαϊκού μυστικιστικού στοιχείου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη «Νύχτα της Βαλπούργης» στο 1ο μέρος (τη λεγόμενη και «Βόρεια»), όπως αποδίδεται με την παρουσία παραφυσικών φαινομένων, πλασμάτων της νύχτας (Μάγισσες, Μάγοι, μαύρη μαγεία και κάθε λογής τέρατα). Το μεσαιωνικό-αναγεννησιακό στοιχείο διατρανώνει την παρουσία του, καθώς σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Γκαίτε πρόκειται για τη «Μοναρχική» νύχτα, η οποία μετουσιώνεται σε στίχους, αναδεικνύοντας τη ζείδωρη κληρονομιά του Δάντη και του Σαίξπηρ. Στον αντίποδα, αν και αντιστικτικά, στο 2ο μέρος και 2η Πράξη, η «Κλασική νύχτα της Βαλπούργης», (κατά τα λεγόμενά του η «Ρεπουμπλικανική») φέρνει στο προσκήνιο την κλασική αρχαιότητα, το Αρχαίο Δράμα και την Αττική Κωμωδία, έμπλεα μεσογειακού φωτός. Οι πρωταγωνιστές κινούνται αδιάλειπτα, ο χρόνος και ο χώρος τούς παρακολουθεί στην πορεία τους, καθώς ο Γκαίτε συνομιλεί στιχουργικά με το παρόν και το παρελθόν, έχοντας στραμμένο το βλέμμα στο μέλλον.

Ο Μεφιστοφελής προσφέρει, ο Φάουστ δέχεται. Ο ένας έχει εκπέσει της χάριτος, ο άλλος είναι δυνάμει σωσμένος (η θεϊκή φύση του ανθρώπου), κι όμως ταυτόχρονα αλυσοδεμένος στο άρμα των παθών του που αποτελούν άρνηση της σωτηρίας αυτής. Ο Μεφιστοφελής δεν μπορεί να κερδίσει πίσω αυτό που έχασε με την πτώση. Μπορεί όμως να αποδείξει τη δύναμή του οδηγώντας το δημιούργημα του μεγάλου του Αντιπάλου κοντά του. Το στοίχημα μεταξύ Θεού και Σατανά φαίνεται εξαρχής χαμένο για τον άνθρωπο Φάουστ, καθώς δεν υπάρχει κανένα όριο σε εκείνα που ονειρεύεται και ποθεί. Η ανεξέλεγκτη φαντασία είναι αφ’ εαυτήν στασιαστική, ένα πυρακτωμένο αγχέμαχο όπλο που κόβει τον ομφάλιο λώρο μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ο Μέγας Αρνητής το γνωρίζει αυτό και διόλου τυχαία ρίχνει συνεχώς καύσιμο στην πυρά των επιθυμιών του Φάουστ. Κι εκείνος φλέγεται απολαμβάνοντας την πτώση του. Από την ταπεινή χωριατοπούλα Μαργαρίτα που πέφτει θύμα της γοητείας του, έως τη μυθική Ελένη του Ομήρου, η απόσταση δεν είναι τόσο μεγάλη. Ο κατακτητής περιφέρεται εν μέσω εποχών και ανθρώπων, αφήνοντας πίσω του συντρίμμια ανθρώπινα και μη. Ο φόνος, το ψεύδος, η κολακεία, κάθε είδους αμάρτημα συνοδεύει τον πρωταγωνιστή, ο οποίος δεν ορρωδεί προ ουδενός. Και υπέρτερο όλων η εξουσία, η οποία εδραιώνεται μέσω του πολέμου, μια ηδονή που ο Φάουστ θα τη γευτεί δίχως έλεος. Έσχατος στόχος, η απόλυτη απόλαυση, η απόλυτη ικανοποίηση, η οποία όταν επέλθει -σύμφωνα πάντα με τους όρους της συμφωνίας – θα σημάνει και το τέλος του ήρωα, οπότε θα παραδώσει την αθάνατη ψυχή του στον Μεφιστοφελή.

Είναι όμως η μοναξιά εκείνη που θα κερδίσει τον ήρωα, που θα τον απομονώσει από τους πάντες, οδηγώντας τον στην πιο ανθρώπινη εκδοχή του. Όταν όλα θα έχουν χαθεί από το προσκήνιο ως οράματα (καθόλου τυχαία η χρήση από τον Μεφιστοφελή κάθε είδους καθρεφτών, συσκευών φασματικών, ονειρικών) εκείνο που μένει είναι η ενάργεια μιας διαφορετικής ευτυχίας, μιας άλλης ηδονής – όχι εκείνης της πρώιμης, της σαρκικής που με τόσο κόπο επιχείρησε να επιβάλλει στον Φάουστ ο Μεφιστοφελής και τόσο αχόρταγα εκείνος αναζήτησε ακόμα και στην κλασική αρχαιότητα με τη μορφή της ωραίας Ελένης. Η νεότητα παραδίδει τα σκήπτρα της στο γήρας, με τον ώριμο πλέον Φάουστ να επιζητά την ασφαλή από τα βέλη του χρόνου ηδονή που προέρχεται από τα έργα του ανθρώπου: «Λεύτερος με λεύτερο λαό να περπατάω.»

Η επίγευση των ηδονών που λάθρα και με δόλιο τρόπο αποκτήθηκαν είναι χθόνια, μάταιη και πρόσκαιρη. Ως γνήσιο τέκνο της εποχής του, ο Γκαίτε με όχημά του τον Φάουστ θα ονειρευτεί τη λαμπρή άνοδο και κυριαρχία μιας προελαύνουσας επαναστατικής αστικής τάξης που τα έργα της θα μεταμορφώσουν τον κόσμο, μέσω της άοκνης σπουδής και εργασίας της, παραμένοντα στους αιώνες. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμής της υπέρτατης ευτυχίας, ο Φάουστ, υπερήλικας πλέον, θα απολαύσει την επίγνωση που όμως θα τον οδηγήσει στον τάφο. Οι δείκτες του ρολογιού θα σταματήσουν. Το στοίχημα έχει τυπικά χαθεί, πλην όμως ουσιαστικά κερδηθεί.

Φευ, ο Μεφιστοφελής δεν θα απολαύσει τη νίκη του. Η νίκη του πύρρειος, καθότι προσωρινή. Θα ειρωνευτεί πολύ σωστά άπαντα τα ανθρώπινα έργα, ως κτίσματα επί της άμμου, και εκείνο το «Τετέλεσται. Τι λέξη ηλιθία!» που θα απαγγείλει, συνεχίζει να μας σαρκάζει με τη νιχιλιστική του ακρίβεια. Το αιώνιο κενό που καθιστά ό,τι προηγήθηκε ασήμαντο κι ό,τι έπεται αμφίβολης αξίας, ρίχνει βαριά τη σκιά του στα πεπραγμένα. Εντούτοις, ο Γκαίτε παραμένει παιδί των καιρών του και δεν αφήνει τον ζόφο να κατακλύσει το έργο του. Εξάλλου κάτι τέτοιο θα ήταν παράταιρο και αντίθετο με το πνεύμα του δημιουργού του. Η θεϊκή παρέμβαση θα στερήσει το τρόπαιο από τον Μεφιστοφελή και οι στρατιές των αγγέλων θα μεταφέρουν την αθάνατη ψυχή του Φάουστ εκεί που εξαρχής ήταν προδιαγεγραμμένο. Ο Μεφιστοφελής θα διαμαρτυρηθεί για το στημένο αποτέλεσμα, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Το Καλό θα επικρατήσει. Vae victis.

Περί κατανόησης

Είναι μήπως ο «Φάουστ» ένα ακόμα έργο μη προσβάσιμο στον αναγνώστη, αδύνατον να διαβαστεί; Σίγουρα το έμμετρο κείμενο δεν δικαιολογεί επιπόλαιες προσεγγίσεις, εκπαραθυρώνοντας τους… ταχυφάγους αναγνώστες. Για να το θέσω ποιητικά, τα κλαδιά του δέντρου αυτού δεν προσφέρονται για αποδημητικά πουλιά που αναζητούν βραχεία παραμονή. Ο Πέτρος Μάρκαρης που έχει αναλάβει τη μετάφραση, στο απαραίτητο εισαγωγικό σημείωμα, προσφέρει ορισμένα κλειδιά κατανόησης, ιδίως όσον αφορά τις αρχικές πηγές, τις οποίες ο Γκαίτε συνέλεξε, επέλεξε και χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια της συγγραφής ενός έργου που διήρκησε σχεδόν 6 δεκαετίες!

Ο φέρελπις αναγνώστης οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη του την εγνωσμένη νοηματική πυκνότητα, την πανταχού παρούσα διακειμενικότητα, την εμβρίθεια και τον άφατο γλωσσικό πλούτο ενός κειμένου που οι ρίζες του βυθίζονται στο ζείδωρο έδαφος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ο κορμός του αποτελείται από πολλαπλά στρώματα της λατινικής και μεσαιωνικής, καταλήγοντας στα κλαδιά της συγκαιρινής του συγγραφέα πνευματικής παραγωγής (έστω επικριτικά). Και να προσθέσει σ’ αυτά, τα άνθη και τους καρπούς από τις εικαστικές τέχνες, ιδίως εκείνη της ζωγραφικής, όπως και της μουσικής.

Ο αναγνώστης που θα προχωρήσει θαρραλέα πλην ανεπίγνωστα προς το δέντρο αυτό με το τσεκούρι της βεβαιότητας ανά χείρας, είναι πιθανό να απογοητευτεί. Εξαρχής το δέντρο θα αντισταθεί στις προσπάθειες υλοτόμησής του, ακόμα και όταν επιχειρήσει να κινηθεί πονηρά, ξεκινώντας από τα κλαδιά – το αποτέλεσμα θα τον αποσυντονίσει. Οι ρίζες, ο κορμός και τα κλαδιά αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, με τους χυμούς της ποιητικής πνοής να το διατρέχουν από άκρο σε άκρο. Τίποτα δεν είναι περιττό, όλα είναι απαραίτητα.

Παρουσιάζει δε ο Φάουστ το εξής παράδοξο: Κάποιες πράξεις πέρασαν από μπροστά μου ως αραχνοΰφαντο πέπλο, ακραγγίζοντας τη διάνοιά μου, δίχως να προσφέρουν κάτι περισσότερο από το χαμόγελο μιας ευδίας ημέρας. Την ίδια στιγμή υπήρξαν στροφές ή μεμονωμένοι στίχοι που ένιωσα να με συνταράζουν, να μετακινούν τις τεκτονικές πλάκες εντός μου, αναγκάζοντάς με να επιστρέψω εκ νέου, διαλέγοντας ξεχωριστά κάθε λέξη, κρατώντας τες για ώρα στον ουρανίσκο ως είδος σπάνιου κρασιού. Δεν τρέφω αυταπάτες περί κατανόησης του έργου εν συνόλω, καθότι απαιτείται αντίστοιχη του κειμένου παιδεία μα και επανάγνωση. Βγήκα όμως πνευματικά κερδισμένος από τη διαδικασία της πρώτης αυτής ανάγνωσης: κοντοστάθηκα, ως ταπεινός παρατηρητής, δίπλα στο σημείο που πανέμορφα ουράνια πλάσματα κατεβαίνουν από το ολύμπιο ύψος τους να ξεδιψάσουν. Θαύμασα το κάλλος τους, και όταν ξεδίψασαν και επέστρεψαν στην κατοικία τους, πήρα κι εγώ το δρόμο της επιστροφής στην πραγματικότητα, πάντα ο ίδιος, αλλά ταυτόχρονα κάπως διαφορετικός.

Περί σημειώσεων, μετάφρασης κι απόδοσης

Ο Στάινερ συνήθιζε να ψέγει, εμμέσως πλην σαφώς, το σύγχρονο κοινό το οποίο όποτε επιχειρεί να προσεγγίσει κείμενα του είδους αυτού, βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στα «ξυλοπόδαρα των σημειώσεων». Μετά λύπης του παρατηρούσε ότι οι πλείστες όσες αναφορές στα ελληνικά, λατινικά ή βιβλικά κείμενα, με τις οποίες το σύγχρονο της εποχής του συγγραφέα κοινό θεωρείτο εξοικειωμένο, δυστυχώς παρέμεναν κεκλεισμένες θύρες στον σύγχρονο αναγνώστη. Δεν πρόκειται εδώ να σταθώ στις αιτίες, αν και θα εκλάβω ως δεδομένο το αποτέλεσμα.

Η αναγνωστική συνέχεια αναγκαστικά θα διαταράσσεται τακτικά από την πληθώρα σημειώσεων που ευτυχώς έχει προσθέσει ο Μάρκαρης στο τέλος, και οι οποίες αποδεικνύονται σωτήριες για όλους εμάς. Είναι προφανές, βέβαια, ότι όσο πιο καταρτισμένος ο αναγνώστης τόσο λιγότερο θα τις χρειαστεί. Επιπλέον, θα μπορέσει να απολαύσει ακόμα περισσότερες από τις πλείστες αναφορές του συγγραφέα σε ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Ο Φάουστ, κατ’ αυτή την έννοια, είναι ένα απόλυτα δημοκρατικό βιβλίο, καθώς προσφέρει ισόποσα και ισότιμα σε εκείνον που προσέρχεται με πλήρη μορφωτική εξάρτηση στον αγώνα με αυτό το πολυπρισματικό κείμενο.

Οφείλω όμως να επιστρέψω στο φλέγον ζήτημα της μετάφρασης και της απόδοσης. Είναι, ως γνωστόν, μεγάλο το ποσοστό εκείνων που υποστηρίζουν το αμετάφραστο της ποίησης (ειδικά αυτής), με βάσιμα επιχειρήματα. Ο ίδιος ο Μάρκαρης στην Εισαγωγή του στέκεται ιδιαίτερα στο ζήτημα αυτό, επεξηγώντας λεπτομερώς τους προβληματισμούς του τόσο σε επιμέρους σημεία του έργου που χρήζουν προσοχής και αποτελούν πιθανές εστίες διαφοροποίησης όσο και γενικότερα. Ποια γλώσσα είναι κατάλληλη και γιατί; Τη στιγμή που ο ίδιος ο δημιουργός εναλλάσσει το ιδίωμά του, πώς είναι δυνατόν ο μεταφραστής να παραμείνει προσκολλημένος σε ένα και μοναδικό (αυτό της τρέχουσας Δημοτικής); Εξαιρετικής σημασίας είναι και ετούτο που αναφέρει: ότι δηλαδή δεν είναι τυχαίο πως το πρωτότυπο κείμενο παραμένει φρέσκο, σε αντίθεση με τις μεταφράσεις που γηράσκουν τάχιστα.

Εκείνο όμως που συχνά λειτούργησε ανασχετικά όσον αφορά την απρόσκοπτη ανάγνωση του έργου είναι η μετάφραση/ απόδοση της ομοιοκαταληξίας, η οποία προφανώς εκπορεύεται από το πρωτότυπο. Όπως μπορώ να το κατανοήσω, προκειμένου να μεταφερθεί στη γλώσσα μας, ο ικανός μεταφραστής θα χρειαστεί να παίξει με τις λέξεις, μετατρέποντάς τες σε κύβους που θα πρέπει να πέσουν στη σωστή θέση ώστε να επιτευχθεί το ευκταίο αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, το εγχείρημα ενέχει σημαντικό βαθμό αυθαιρεσίας (ελευθερίας θα έλεγε άλλος), η οποία μπορεί να συντηρεί μεν το πνεύμα (από νοηματικής πλευράς) του αρχικού κειμένου, ενώ ταυτόχρονα το αρνείται προκειμένου να το εντάξει στη φόρμα της ομοιοκαταληξίας. Επαφίεται πλήρως στην ποιητική/ λεξιπλαστική ικανότητα του μεταφραστή να αποσυναρμολογήσει το πρωτότυπο στη γλώσσα του και στη συνέχεια να συναρμολογήσει τα κομμάτια στη δική του μεταφρασμένη. Είναι αδύνατον να κρίνω κατά πόσον επιτυχές είναι το αποτέλεσμα, μιας και αυτό θα απαιτούσε να γνωρίζω άπταιστα γερμανικά και να συγκρίνω τα δύο κείμενα.

Εκείνο πάντως που μπορώ να συνεισφέρω είναι ότι συγκρίνοντας κάποιες σελίδες της ανά χείρας μετάφρασης με κάποια παλιότερη αλλά εξίσου αξιόλογη, παρατήρησα αυτού του είδους τις αλλαγές που προανέφερα: οι πανάξιοι μεταφραστές προκειμένου να επιτύχουν την επιθυμητή ομοιοκαταληξία, χρησιμοποίησαν όλες τις πιθανές εναλλαγές λέξεων, ενώ κάποιες ελάχιστες φορές διέκρινα ακόμα και διαφοροποίηση στο νόημα μεταξύ τους (όσον αφορά το πρωτότυπο δεν γνωρίζω). Αν και πρόκειται για μια αέναη συζήτηση, καταθέτω απλά ένα ερώτημα, ολοκληρώνοντας εδώ αυτό το θέμα: σε ποιο βαθμό το τελικό κείμενο που διάβασα είναι -πολύ χοντρικά κι ας μου επιτραπεί η αυθαιρεσία- οι ιδέες του Γκαίτε σε ποίηση Μάρκαρη (ή όποιου άλλου μεταφραστή); Δυστυχώς, επ’ αυτού μπορεί να αποφανθεί, μετά λόγου γνώσεως, ο αναγνώστης που θα απολαύσει το πρωτότυπο. Από πλευράς μου, είμαι ευγνώμων στον αξιέπαινο μεταφραστή που μου προσέφερε τη δυνατότητα να προσεγγίσω ένα κείμενο που ειδάλλως θα παρέμενε για πάντα απρόσιτο και επτασφράγιστο ως μυστικό.

2 σκέψεις σχετικά με το “Φάουστ – Γκαίτε

Γράψτε απάντηση στο rizoschyahoogr Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s