Η δίκη – Φρ. Κάφκα

1η δημοσίευση: Book Press

Οι βιογράφοι, μετά λόγου γνώσεως, μας εξηγούν ότι το λεξιλόγιο του Κάφκα είναι σχετικά φτωχό, καθότι τα Γερμανικά (γλώσσα της μητέρας του) τα διδάχθηκε. Οι φράσεις του δουλεμένες και κοφτές, δεν διαθέτουν την παραληρηματική ορμή άλλων ομοτέχνων του, εκείνο το κατευναστικό μουρμουρητό που διατρέχει τη σελίδα, μικροί παραπόταμοι που οδηγούν σε έναν πολύβουο εντυπωσιακό καταρράκτη, αφήνοντας ενεό τον αναγνώστη. Τίποτα από αυτά δεν θα βρει ο αναγνώστης στα λιγοστά κείμενα του Κάφκα. Και δεν θα τα βρει διότι τίποτα από αυτά δεν χρειάζεται για να περιγράψει τον Εφιάλτη που μόνο εκείνος ήξερε να υφαρπάζει από το πουθενά και να τον μετουσιώνει, να τον σκηνοθετεί με λέξεις σε σελίδες και, τελικά, σε μυθιστορήματα.

Η Δίκη είναι ένα εφιαλτικό βιβλίο και σε αυτό συγκλίνουν όσοι αναγνώστες και κριτικοί το έχουν προσεγγίσει από διαφορετικά μετερίζια. Σε τι ακριβώς συνίσταται αυτός ο εφιάλτης που χάριν ευκολίας χρησιμοποιείται παντού όπου, υπό τη γενικόλογη έννοια του «Καφκικού» ύφους; Ας δούμε τον ορισμό του: «Ο όρος εφιάλτης χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα όνειρο που προκαλεί μια δυνατή δυσάρεστη αισθηματική αντίδραση σε αυτόν που το βιώνει. Η αντίδραση συνήθως είναι φόβος ή τρόμος, προκαλεί ακόμα και αισθήματα πόνου, πνιγμού και θανάτου».

Ήδη βρισκόμαστε βαθιά στην, αρνητικά φορτισμένη, ονειρική επικράτεια της Δίκης. Τα ως άνω συμπτώματα βιώνει εξ αντανακλάσεως ο αναγνώστης σχεδόν από τα αρχικά κεφάλαια, μεσούντος του βιβλίου, και οδηγούμενος προς την ολοκλήρωσή του. Με τη διαφορά ότι αυτός ο λογοτεχνικός εφιάλτης ξεκινάει μεν, αλλά δεν τελειώνει ποτέ. Σίγουρα όχι για τον ήρωά του τον εμβληματικό Γιόζεφ Κ., αλλά ούτε και για τον αναγνώστη του έργου. Κανείς που ολοκλήρωσε -ασθμαίνων- αυτό μικρής έκτασης βιβλίο δεν επανήλθε στην «κανονικότητα». Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Ποια είναι η «κανονικότητα», αν όχι εκείνη που περιγράφει ο Κάφκα;

Περί Εφιάλτη επομένως, με όλες του τις προεκτάσεις και παραφυάδες, όπως όμως αυτές κανονικοποιούνται υφολογικά εντός του κειμένου. Άρα εν αρχή, ο χώρος, το πλαίσιο δράσης και κίνησης, για να ξεκινήσει το ταξίδι στην άκρη της νύχτας. Δωμάτια διαμερισμάτων πολυκατοικιών, σκοτεινοί, απρόσωποι και δυσπρόσιτοι χώροι, στενά κλιμακοστάσια, πατάρια και σοφίτες που παραπέμπουν συχνά σε ποντικότρυπες και στημένες φάκες, ένα σκηνικό εγκλεισμού. Η κίνηση εντός τους είναι σχεδόν πάντα βεβιασμένη και προβληματική, τα εμπόδια παρεμβάλλονται σωρηδόν, η αρχιτεκτονική λες και έχει βαλθεί να συνθλίψει τόσο τον πρωταγωνιστή όσο και τους λοιπούς ενοίκους.

Συμπληρωματικά, η ατμόσφαιρα συμβάλλει ενεργά στον εφιάλτη. Ο αέρας εντός των χώρων είναι στάσιμος, ταγγός, ξοδεμένος και βρόμικος, δυσχεραίνοντας τον ήρωα στην επαφή του με εκείνα τα πρόσωπα τα οποία θεωρεί κρίσιμα για την ευκταία διεκπεραίωση της υπόθεσής του. Η ανάσα βγαίνει σπαστά, καθώς ο Κ. κινείται θαρρείς μέσα σε φωλιές ζώων κι όχι σε ενδιαιτήματα ανθρώπων. Το υλικό του εφιάλτη ξεδιπλώνεται εκ νέου: κίνηση σαν σε αμμώδες έδαφος, αγκομαχητό, δυσφορία, αποτελούν τις άμεσες ενδείξεις.

Μα και η επαφή με τους άλλους, εξίσου εφιαλτική. Ο Γιόζεφ Κ. κατηγορείται, όλοι πλέον ξέρουμε την ιστορία, για κάποιο έγκλημα που -κατά τα φαινόμενα- δεν διέπραξε και μια ωραία πρωία έρχονται στην οικία του να τον συλλάβουν. Παρεμπιπτόντως, να θυμίσω, έτσι ξεκίναγε και το άλλο του αριστούργημα η «Μεταμόρφωση», με τον ανύποπτο Gregor Samsa να ξυπνά μεταμορφωμένος σε έντομο. Και στις δύο περιπτώσεις, το γεγονός δεν εξηγείται ποτέ, δεν έχει ουδεμία σημασία για τον συγγραφέα και φυσικά ούτε για τον αναγνώστη. Δεν υπάρχει πριν, όπως δεν υπάρχει και μετά για τους πρωταγωνιστές – τα πάντα υφίστανται στο μεσοδιάστημα του εφιάλτη τους, της θλιβερής πορείας τους προς το τέλος. Και εμείς μαζί παίρνουμε την πρώτη εισπνοή στην αρχή της ιστορίας, την κρατάμε όσο διαρκεί η ανάγνωση και εκπνέουμε στο τέλος.

Τα πρόσωπα που εμφανίζονται και συνοδεύουν τον εφιάλτη που βιώνει ο Κ. είναι αρκούντως… εφιαλτικά. Συνήθως εισβάλλουν στο παρόν του, επιβάλλουν την παρουσία τους, διαγκωνίζονται, διασταυρώνουν τα ξίφη τους και αποσύρονται στις πλέον ακατάλληλες στιγμές. Η παρουσία τους είναι παρεμβατικά λεκτική: λογομαχούν, ερίζουν, προκαλούν, επιτίθενται και υποχωρούν. Ταυτόχρονα όμως, κι εδώ βρίσκεται ακόμα ένα κλειδί ερμηνείας, η παρουσία τους είναι και φυσική, σωματική. Ο Κ. εξαρχής σχεδόν υπόκειται σε φραστική αλλά και σωματική βία, έστω πίεση. Οι ασφυκτικοί χώροι συμβάλλουν ως προς αυτό. Τα άτομα με τα οποία έρχεται σε επαφή τον αγγίζουν, τον σπρώχνουν, τον χτυπούν ενίοτε. Ακόμα όμως κι όταν η επαφή δεν είναι τόσο άμεση, ο ίδιος βρίσκεται κεκλεισμένων των θυρών, με την υπόνοια της φυσικής βίας να επικρέμεται ως Δαμόκλειος σπάθη.

Ως παράδειγμα το κεφάλαιο όπου οδηγείται στους επάνω ορόφους ενός κτηρίου, στους οποίους βρίσκονται οι Γραμματείες του Δικαστηρίου είναι απόλυτα ενδεικτικό. Ο ήρωας στριμώχνεται εντός ενός ασφυκτικού κλοιού, διεμβολίζοντας τα σώματα, ένα συμπαγές τείχος που ανοίγει και κλείνει κατά βούληση, εγκολπώνοντας το θύμα του, προκειμένου στη συνέχεια να το αποβάλει. Επιπλέον, η σωματική επαφή αποκτά διαστάσεις πρωτόγονες και βασανιστικές όποτε εμπλέκονται γυναίκες (οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες οργιάζουν επ’ αυτού). Όλες οι γυναικείες παρουσίες είναι ευνουχιστικές, είτε είναι αγαπητές και προσεγγίζουν ερωτικά ή μη τον ήρωα είτε είναι ουδέτερες, αρνητικές, οπότε η απειλή και η συνακόλουθη απόρριψη αποτελούν μονόδρομο.

Συγκεκριμένα, η εικόνα που δημιουργείται στον αναγνώστη είναι εκείνη του θηρευτή που καραδοκεί προκειμένου να αρπάξει το θύμα του. Ο ιστός υφαίνεται σταδιακά και μια γιγάντια αράχνη κρύβεται στα σκοτεινά αναμένοντας τους σπασμούς του εγκλωβισμένου για να εμφανιστεί. Η σεξουαλικότητα, παρούσα στο έργο αυτό, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εφιάλτη, λειτουργεί ως όπλο περισσότερο, ως φόβητρο και εργαλείο ελέγχου, καθώς το θηλυκό έντομο είναι έτοιμο να σύρει το θύμα στη φωλιά του (ή βεβαίως σύρεται το ίδιο, υφαρπαζόμενο).

Εν μέσω δεκάδων θεματικών και σκέψεων τις οποίες γεννά αέναα κάθε επανάγνωση του κειμένου, ας σταθώ σε τρεις ενδεικτικούς σταθμούς στην πορεία του ήρωα της Δίκης. Πρώτος σταθμός ο δικηγόρος που αναλαμβάνει την υπόθεσή του, δεύτερος ο ζωγράφος και τελικός ο ιερέας του Καθεδρικού. Ο καθένας από αυτούς έχει τη λειτουργία του, προάγοντας την εξέλιξη ή, συχνότερα, εφιαλτικά παρεμποδίζοντάς την περαιτέρω.

Ο δικηγόρος ως δημόσιος λειτουργός και συλλειτουργός στην απονομή της δικαιοσύνης, ταυτόχρονα παραστάτης και σύμβουλος (κατά πώς μας λένε τα βιβλία) γνωρίζει τον νόμο, οπότε είναι εκείνος που θα επιχειρήσει να φέρει σε αίσιο τέλος την υπόθεση του Κ. Κι αν αυτός είναι ο ρόλος του δικηγόρου, ο…Καφκικός δικηγόρος κάνει ό,τι μπορεί για να τον καταπατήσει, πιστός στο πνεύμα του εφιάλτη που διαπερνά εξ ολοκλήρου το έργο αυτό. Καμία αρωγή, καμία έγνοια για την κατάσταση του πελάτη, πλην μόνο συμβουλές και υπεκφυγές, αλλά ταυτόχρονα χειραγώγηση και απειλές (όταν ο ίδιος απειληθεί να παραμεριστεί, ως μοναδικός υπεύθυνος εντεταλμένος). Ο νομικός διαθέτει μηδενική αίσθηση του δικαίου, απλά λειτουργεί ως φερέφωνο, ως ενεργούμενο μιας πανταχού παρούσας καίτοι αόρατης εξουσίας (ακούμε ήδη τα ηχηρά ποδοκροτήματα του Φουκώ από το θεωρείο).

Ο δεύτερος είναι ο ζωγράφος, τουτέστιν ο καλλιτέχνης. Ο Κ. τον επισκέπτεται στο ατελιέ του τρέφοντας την ελπίδα, η οποία προφανώς αποβαίνει ατελέσφορη, ότι θα σταθεί αρωγός στην υπόθεσή του. Ό χώρος, ξανά, αποπνικτικός, ωθεί στη λιποθυμία τον δύστηνο ήρωα, καταπνίγοντας εν τη γενέσει όποια γλίσχρα ελπίδα αλληλεγγύης. Η οποία δεν μπορεί βεβαίως να εκπορευθεί από κάποιον ο οποίος φιλοτεχνεί πορτρέτα δικαστών (κατώτερων, πάντα, διότι η θεϊκή υπόσταση του Ανώτερου Δικαστηρίου δεν δύναται να εκπέσει στην καλλιτεχνική αναπαραγωγή της από ήσσονος σημασίας άτομα, παραπέμποντας στην ύβρη), ευτελίζοντας το λειτούργημά του, την ίδια του την ύπαρξη. Πολλώ δε μάλλον, όταν όλως τυχαίως πίσω από το κρεβάτι του ζωγράφου κρύβεται μικρή είσοδος μέσω της οποίας η εξουσία με τη μορφή του εκάστοτε φιλοτεχνούμενου δικαστή εισέρχεται ανά πάσα στιγμή στον χώρο, υπερπηδώντας τον χαμερπή καλλιτέχνη, διαλύοντας τις ψευδαισθήσεις (μας) περί καλλιτεχνικής ελευθερίας και λοιπών αφελών σκέψεων στο πλαίσιο της Εφιαλτικής Δημοκρατίας του Κάφκα.

Ο τρίτος, και σημαντικότερος, σταθμός λαμβάνει χώρα εντός του Καθεδρικού, όπου ο Κ. έρχεται σε επαφή με τον ιερέα (αυτοπροσδιορίζεται ως βοηθός ιερέας των φυλακών), ο οποίος μάλιστα τον εντοπίζει όσο περιηγείται άσκοπα στον ναό, τον καλεί και τον καθηλώνει. Στον εφιαλτικά άδειο από ανθρώπους και Θεό χώρο λαμβάνει χώρα μια συζήτηση που, κατά τη γνώμη μου, έχει τέτοιο αντίκτυπο και σημασία όσο το κεφάλαιο του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή» στους «Αδελφούς Καραμάζοφ» του Ντοστογιέφσκι. Γνωστότερη στα λογοτεχνικά δρώμενα ως «Μπροστά στον Νόμο», σε πρώτο επίπεδο λειτουργεί ως παραβολή και δευτερευόντως ως αίνιγμα. Δεν θα επιχειρήσω εδώ κάποια βαθυστόχαστη ανάλυση, διότι απλά θα εκθέσω την άγνοιά μου. Οι επαΐοντες διδάσκουν ότι οι ρίζες της παραβολής φτάνουν αρκετά βαθιά ως την Torah, την Cabbalah, τον Ωριγένη και άλλα ενδιαφέροντα.

Εκείνο όμως που μπορώ να συνεισφέρω στη συζήτηση είναι το πώς επενέργησε σ’ εμένα ως αναγνώστη. Εκ πρώτης, ο ιερέας σπεύδει να απεκδυθεί την όποια μεταφυσική του υπόσταση, ως διαμεσολαβητής μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Μεταξύ της κοσμικής και υπερκόσμιας εξουσίας, επιλέγει την οδό του ανθρώπινου νόμου. Όταν δε μέσω της παραβολής αναφέρεται στον Νόμο και στο πώς ο πιστός αποκλείεται από την είσοδο εντός των Πυλών του, ανακύπτουν πλείστα ερωτήματα. Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, και αυτό έχει σημασία, είναι ότι ο άνθρωπος παραμένει εσαεί αποκλεισμένος αφενός από την όποια Γνώση, αφετέρου από την επιθυμητή Λύτρωση (παρεμπιπτόντως και την ελπίδα).

Η συζήτηση επάνω στην παραβολή που ακολουθεί μεταξύ του Κ. και του ιερέα αδυνατεί να οδηγηθεί σε κατάληξη. Παραπέμπει περισσότερο σε σχολιασμό ιερών κειμένων, ερμηνευτική, όπου οι επίδοξοι μελετητές επιχειρούν να ομφαλοσκοπήσουν, επιχειρηματολογώντας ασκόπως περί των διαγραμμάτων, συγκαλύπτοντας, παρά πασχίζοντας να κατανοήσουν το διακύβευμα και αλλήλους. Δικολαβίστικα επιχειρήματα διαστρέφουν την ουσία, με τους αντιδίκους να παραμένουν εξίσου απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλον και τελικά από την αλήθεια.

Καθόλου τυχαία, ο ιερέας ξεκινάει την παραβολή με τη φράση «πλανάσαι ως προς το δικαστήριο». Η λέξη «πλάνη» αποδεικνύεται καθοριστική όσον αφορά την αδυναμία κατανόησης του Νόμου. Ο άνθρωπος πλανάται, αδυνατεί να κατανοήσει, παραμένοντας ως το τέλος… πλάνητας. Δεν πλανάται όμως μόνο ως προς τη Δίκη, ως προς τον Νόμο, όπως γίνεται προφανές. Πλανάται ως προς την ίδια του την ύπαρξη, μέρος της οποίας είναι ο Νόμος και το Δικαστήριο. Η πλάνη του είναι καθολική, αναπόφευκτη και διαρκής. Τον ακολουθεί από τη γέννηση, σε όλη του τη ζωή και τον συνοδεύει στην τελευταία του κατοικία. Πλανάται περιπλανώμενος, ξένος και αποσυνάγωγος.

Η αίσθηση ματαιότητας κυριαρχεί επί παντός, καθώς ο Κάφκα ηθελημένα εμπαίζει αφενός τους εκπροσώπους των εξουσιών (δικηγόρος, καλλιτέχνης, ιερέας) και αφετέρου την αδυναμία του ήρωά του που πελαγοδρομεί εν μέσω αυτών, αναζητώντας λύσεις, διεξόδους από τον λαβύρινθο στον οποίο είναι εσαεί κεκλεισμένος. Η ουσία παραμένει λυπηρά ξεκάθαρη: βασανιστικός και αγωνιώδης αποκλεισμός σε όλα τα επίπεδα, από παντού κι απ’ όλους.

Αυτό είναι το σκηνικό του εφιάλτη που έχει στήσει ο συγγραφέας και ετούτη είναι η ανθρώπινη συνθήκη. Στον κόσμο που έπλασε ο λογοτέχνης το έντομο δεν θα ξεφύγει ποτέ από το κεχριμπάρι, και ο αναγνώστης θα παρακολουθήσει την αργή κάθοδο του Κ. μέχρις ότου κατανοήσει πως η ζωή την οποία διαβάζει στις σελίδες αυτές δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη δική του. Τότε μόνο θα έχει πραγματικά κατανοήσει το διακύβευμα της Δίκης (του/μας).

Δεν πρόκειται να σταθώ εδώ σε όλες εκείνες τις αναλύσεις περί «επικαιρότητας» της Δίκης, περί «καταγγελίας» του ολοκληρωτισμού, περί σαφούς «πολιτικής αλληγορίας» κι όλα τα συναφή. Δεν θα ήθελα να τις αποκλείσω παντελώς, αλλά θεωρώ ότι υποτιμούν το έργο, καθώς το αποστειρώνουν, περιορίζοντάς το και προσφέροντας εύκολες απαντήσεις σε απαιτητικά και περίπλοκα ερωτήματα περί τέχνης και ύπαρξης. Δευτερευόντως -βαρύτατο αμάρτημα αυτό- επιτελούν…κοινωνικό έργο. Η σκοπιμότητα εδώ είναι συνειδητή και καταγεγραμμένη: αναγνώστη/τρια διαβάζοντας αυτό το βιβλίο θα έχεις επιτύχει κάτι απτό και μετρήσιμο, κοινωνικά χρήσιμο, καθότι η αμιγώς αναγνωστική, αισθητική απόλαυση είναι καθαρά ατομική υπόθεση (τουτέστιν ύποπτη). Εφόσον όμως συνδέσεις την ανάγνωση με το όφελος, αυτόματα η παρασιτική κατάσταση απομόνωσης (σε ένα δικό σου δωμάτιο, όπως σοφά έγραφε η Β. Γουλφ) απενοχοποιείται, καθίσταται μετρήσιμη κι άρα συνέχεια και επίρρωση της παραγωγικής διαδικασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο (ναι, αυτό τη «Δίκης») θα είναι υπερήφανο για σένα!

Ευτυχώς για όλους μας το καλλιτεχνικό όραμα του Κάφκα ξεπερνά τις όποιες ευκολίες ταύτισης με παροδικές και πεπερασμένες αναλύσεις, διευρύνοντας το εσωτερικό μας τοπίο με μοναδικό τρόπο. «The -isms go, the -ist dies, art remains!»

Ολοκληρώνοντας με την αναπόφευκτη αλλά όχι λιγότερο ενοχλητική παρένθεση περί χρηστικών κοινωνικο-πολιτικών ερμηνειών, επανέρχομαι στο βιβλίο, το οποίο έχοντας πλέον ολοκληρώσει και ξεμπερδέψει με τις πλάνες και τους πλανεμένους, οδηγείται στο τέλος του. Περιττό βεβαίως να τονιστεί ότι ο Δικαστής δεν θα εμφανιστεί ποτέ (μία ακόμα Σιωπή, όπως μετέπειτα στο έργο του Μπέργκμαν), η εξουσία του, το Δικαστήριο δεν θα λάβει ποτέ και πουθενά χώρα. Απομένει η τελική κρίση, η ποινή του θανάτου για έναν ήρωα εγκαταλελειμμένο από Θεό και ανθρώπους, από τον Νόμο και τους εντεταλμένους του.

Ο αναγνώστης και ο πρωταγωνιστής έχουν πλέον κουραστεί από τις ματαιώσεις. Όταν δεν προσφέρεται καμία διέξοδος, τότε η τελική έξοδος που προσφέρει το Μεγάλο Πουθενά φαντάζει ως Η λύση. Ο Κάφκα έχει σταματήσει να αγωνιά για τον ήρωά του. Η αφήγησή του δεν κλιμακώνεται, δεν οδηγείται σε κρεσέντο με χρήση κατάλληλων αφηγηματικών μέσων που στόχο τους έχουν να επιτείνουν την ένταση και να εμπλέξουν συναισθηματικά τον αναγνώστη.

«Την παραμονή των τριακοστών πρώτων γενεθλίων του…». Έτσι ξεκινάει το ακροτελεύτιο κεφάλαιο, ως να μη συνέβη κάτι ιδιαίτερο, ως η κατάληξη αυτή να είναι η μόνη λογική, η μόνη πρέπουσα για έναν άνθρωπο δίχως επώνυμο.

Κι όμως, αυτή είναι η πρώτη φορά στο βιβλίο όπου ο ήρωας βγαίνει συνοδευόμενος σε εξωτερικό χώρο (όπως εξάλλου στο τελικό κεφάλαιο της Μεταμόρφωσης), στον καθαρό αέρα, έστω κι αν αυτό είναι το μακάβριο τοπίο ενός λατομείου, μακριά από τα ασφυκτικά, πνιγηρά δωμάτια. Η έξοδος αυτή θα είναι και η τελική. Οδηγείται στην εκτέλεσή του, κάτω από τον έναστρο ουρανό, το παγερά αδιάφορο για την ύπαρξή του σύμπαν. Μια απέλπιδα ματιά σε ένα φωτεινό παράθυρο κάπου μακριά, μια κινούμενη ανθρώπινη μορφή στο φως – ίσως βοήθεια; Μάταιες σκέψεις. Από τον εφιάλτη αυτόν δεν ξυπνάει ποτέ κανείς, παρά μόνο νεκρός.

Ο Γιόζεφ Κ., ο Άνθρωπος, θα αποχωρήσει μοναχικά «σαν το σκυλί» (σκέφτεται εκπνέοντας), όπως εξάλλου ήρθε σ’ αυτόν τον κόσμο, με κυρίαρχο συναίσθημα εκείνο της ντροπής να τον κατακλύζει. Μα κι αυτό άσκοπο, διότι τίποτα δεν επιβιώνει, δεν συνεχίζεται, δεν έχει σημασία. Εκτός από την ύστατη Πλάνη, δώρο του Δημιουργού σε εμάς: τις σελίδες του βιβλίου του. Μικρό κερί να φωτίζει στο σκοτάδι.

2 σκέψεις σχετικά με το “Η δίκη – Φρ. Κάφκα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s