Αρμαντέιλ – Γ. Κόλινς

Θεωρούμενος από αρκετούς κριτικούς ως ένας ελάσσων Ντίκενς, ο Wilkie Collins ακολούθησε τον δικό του δρόμο, προσφέροντας στο πολυπληθές κοινό του ενδιαφέρουσες ιστορίες, μία εκ των οποίων (και κατ’ εμέ η σημαντικότερη) είναι το «Αρμαντέιλ». Αυτή τη φορά θα ξεκινήσω αντίστροφα την κριτική μου, επισκοπώντας τους χαρακτήρες και την πλοκή, ώστε να καταλήξω δοξαστικά στο αφηγηματικό ύφος.

Ετούτο το βιβλίο μπορεί να ανήκει στη βικτωριανή εποχή και να είναι γραμμένο από άντρα συγγραφέα, όμως έχει νομίζω μια ιδιαιτερότητα που το καθιστά κλασικό και επομένως σύγχρονο. Μολονότι ο ήρωάς του είναι άντρας, όπως και ο συμπρωταγωνιστής-φίλος του, μπορεί να επαίρεται για τη θηλυκή του πρωταγωνίστρια, και όχι για τους άρρενες. Μηδενός εξαιρουμένου, κρίνονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου και βρίσκονται ελλιπείς. Κι αν αναρωτηθεί κάποιος «Πού το πρόβλημα;», καθότι αυτή είναι η ανθρώπινη συνθήκη, εκείνη των γκρίζων αποχρώσεων, η απάντηση επιχειρείται να δοθεί στη συνέχεια.

Εν αρχή ο happy-go-lucky πρωταγωνιστής, ονόματι Αρμαντέιλ. Κληρονόμος περιουσίας (η κληρονομιά αυτή έχει βεβαρυμένο παρελθόν), πλην όμως νέος, αθώος και εύχαρις. Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολυσέλιδου αυτού τόμου διάγει βίο… αμοιβάδας, αγόμενος και φερόμενος από τις διαθέσεις των οικείων και μη προσώπων του. Η στάση του απέναντι στους ανθρώπους ακολουθεί εκείνη των καιρικών φαινομένων, καλύπτοντας σε εύρος και ένταση ό,τι χάνει σε βάθος. Η αβελτηρία του θα μπορούσε από κάποιους αναγνώστες της εποχής να κριθεί συγκινητική (ο αμνός του Θεού, ένας πρωτόπλαστος σε μόνιμο οίστρο, του οποίου η αγγελική αταραξία διαταράσσεται στιγμιαία μόνο για να επανέλθει σφοδρότερη), αν έφτανε στο σημείο να υποστεί στο ακέραιο τις επιπτώσεις της. Δυστυχώς, δεν μας προσφέρει τέτοια ικανοποίηση. Τουναντίον, όποτε η παροιμιώδης αφέλειά του τον οδηγεί εκεί που θα έπρεπε, τουτέστιν στην καταστροφή, παρεμβάλλεται κάποιος τρίτος (ο αδελφικός του φίλος συνήθως) και τον διασώζει ψυχολογικά μα και σωματικά.

Εν συνεχεία, ο συμπρωταγωνιστής, εξίσου σημαντικός στην εξέλιξη του βιβλίου, ονόματι Μιντγουίντερ. Έξυπνος, ικανός, ατρόμητος, ηθικός, καλόκαρδος και φιλέταιρος (απόλυτα αφοσιωμένος στον Αρμαντέιλ), αποτελεί εκ πρώτης ένα άριστο ανδρικό πρότυπο. Εκ πρώτης. Γιατί σταδιακά το πρότυπο αυτό αποδεικνύεται χωλό. Να τονίσω προς υπεράσπισή του ότι ο Μιντγουίντερ δεν είναι ένας χάρτινος, αβαθής χαρακτήρας. Ο Collins τον έπλασε ως όφειλε, με τα προτερήματα και τις αδυναμίες του, δεδομένου ότι το σκοτεινό παρελθόν του (απόγονος πατέρα δολοφόνου που αναζητά τη λύτρωση δίπλα στον απόγονο του δολοφονημένου) τον διεκδικεί στο παρόν, ετεροκαθορίζοντας το ασαφές του μέλλον. Εντούτοις, το βασικό του ελάττωμα είναι ασύγγνωστο και αποδεικνύεται έως και καταστροφικό: η δεισιδαιμονία του, η εμμονή του, μπορεί να λειτουργεί εξαιρετικά ως προς το πώς ο συγγραφέας χειρίζεται την πλοκή και τις ανατροπές του βιβλίου (περισσότερα επ’ αυτού σε λίγο), αλλά αφήνει τον ήρωα έκθετο στην κριτική ως ένα ακόμα ελαττωματικό ανδρικό πρότυπο.

Όποτε ο Μιντγουίντερ οφείλει να παρέμβει ή να πάρει θέση, η στα όρια της υπερβολής προληπτική του φύση αναλαμβάνει τα ηνία και δυναμιτίζει τις όποιες προσδοκίες. Πρακτικά πρόκειται για μια εναλλακτική μορφή αβελτηρίας, η οποία λειτουργεί συμπληρωματικά σε εκείνη του… πρωθιερέα Αρμαντέιλ, καθότι στερεί από τον ήρωα όλα εκείνα τα προτερήματα που περιέγραψα, καθιστώντας τον έρμαιο του πρωτόγονου αυτού πάθους. Η ειμαρμένη, η αναπόδραστη μοίρα, η κατάρα του παρελθόντος για την οποία πρέπει να λογοδοτήσει αφαιρεί την ελευθερία κινήσεών του, υποτάσσοντας τη βούλησή του στην αδήριτη αναγκαιότητα.

Για λόγους οικονομίας δεν θα επεκταθώ στους υπόλοιπους αρσενικούς χαρακτήρες, αν και ισχύουν όσα τόνισα προηγουμένως. Σε όλο τους το εύρος και την ποικιλία αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων, όταν έρθει η στιγμή να συγκρουστούν με τον θηλυκό χαρακτήρα του βιβλίου, τη δεσποινίδα Γκουίλτ. Εκεί βιώνουν τον εξευτελισμό (ο ερωτευμένος γηραιός κύριος), την ήττα, τον διασυρμό ενίοτε, αδυνατώντας αφενός να κατανοήσουν τα όποια κίνητρα, τις προθέσεις, συνολικά τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας της θηλυκής ύπαρξης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως μόνο δύο εξ αυτών στέκονται θεωρητικά στο ίδιο ύψος, έχοντας μερικώς κατανοήσει το ποιον (αν και όχι τις εναλλαγές) της γυναίκας: ο ιερέας και ο δικηγόρος. Πλην όμως δεν δύνανται να φέρουν εις πέρας τη ρήξη, καθότι τους εμποδίζει η μετριότητα, ο υποκριτικός καθωσπρεπισμός ή η δεισιδαιμονία των βασικών πρωταγωνιστών. Είτε ως παραπλανημένοι είτε ως μαγεμένοι από την προσωπικότητα και το κάλλος της γυναίκας, οι άρρενες στο βιβλίο αυτό ηττώνται κατά κράτος.

Και αυτό μας οδηγεί στην κατ’ ουσίαν πρωταγωνίστρια ενός βιβλίου που φέρει το αντρικό όνομα «Αρμαντέιλ». Η δεσποινίδα Γκουίλτ έρχεται στο προσκήνιο αρχικά μέσα από την οπτική των ανδρών (του Αρμαντέιλ, του Μιντγουίντερ και του ιερέα), ως αρπακτικό, μια μάστιγα χωρίς αιδώ, ιερό και όσιο, η οποία θα επιχειρήσει να παντρευτεί τον Αρμαντέιλ αποσκοπώντας στην περιουσία του. Ο αναγνώστης ταυτίζεται με αυτή την προοπτική, αποδεχόμενος τον αρνητικό χαρακτηρισμό της, προσδοκώντας ότι με κάποιο τέχνασμα οι ήρωές μας θα ξεφύγουν από τον ιστό που έχει υφάνει αυτή η γυναίκα- αράχνη (με την απαραίτητη συνδρομή άλλης μοχθηρής γυναίκας, αρωγού στο τέχνασμα, ονόματι Μητέρα Όλντερσο). Ο Collins χειρίζεται αριστοτεχνικά την κλιμακούμενη αρνητική ατμόσφαιρα, αποδίδοντας σχεδόν εφιαλτικές διαστάσεις στο γυναικείο δίδυμο που συνεχώς διαφεύγει, ευρισκόμενο ένα βήμα μπροστά από τους άνδρες (και κάποιες γυναίκες) διώκτες τους.

Όλα όμως ανατρέπονται από τη στιγμή που ο Collins τοποθετεί τη δεσποινίδα Γκουίλτ στο επίκεντρο του έργου του, μέσω της χρήσης του ημερολογίου της. Ο αναγνώστης αίφνης αλλάζει πόδι στον αέρα και προσγειώνεται στον προσωπικό κόσμο της γυναίκας αυτής. Σταδιακά, η γωνία λήψης μετατοπίζεται, η προοπτική το ίδιο και η πραγματικότητα (πάντα σχετική με το βλέμμα του παρατηρητή) διαταράσσεται. Χωρίς ποτέ να αρνείται την εξαρχής σατανική ψυχοσύνθεση της ηρωίδας, της οποίας τα σχέδια παραμένουν ανήθικα και δυνάμει εγκληματικά, ο συγγραφέας μάς τοποθετεί στο παρελθόν της και, το σημαντικότερο, της επιτρέπει (μέσω του ημερολογίου) να εξηγήσει τα κίνητρά της. Η δεσποινίδα Γκουίλτ στέκεται απογυμνωμένη μπροστά στον αναγνώστη. Μιας και γράφει αποκλειστικά για την ίδια (ευφυές συγγραφικό τέχνασμα) δεν έχει κανένα λόγο να παραπλανήσει ή να πει ψέματα στους τρίτους – τουλάχιστον όχι καταθέτοντας γραπτώς περισσότερα ψέματα από εκείνα με τα οποία θα ξεγελούσε τον εαυτό της.

Αυτή ακριβώς η ειλικρίνεια, το ξεγύμνωμα μιας σκοτεινής ψυχής με επίγνωση των παθών, του ηθικού ξεπεσμού της, της ανικανότητάς της για ψυχικό μεγαλείο, αλλά ταυτόχρονα την προσπάθειά της να δράσει ενάντια στα δεσμά, τη μοίρα και το φρικτό πεπρωμένο της, την καθιστούν τραγικό πρόσωπο με την αρχαιοελληνική έννοια. Όχι ο Αρμαντέιλ που περιφέρεται χαρωπά ως «καλός καγαθός», όχι ο Μιντγουίντερ που κύπτει υποτακτικός, αναχωρητής μπροστά στους χρησμούς και τα σημεία, αλλά η δεσποινίδα Γκουίλτ – η ηγερία που ερχόμενη από το παρελθόν, παρασύρει στο παρόν ως κυκλώνας όλους όσοι σταθούν στην πορεία της, κι όμως έχει το σθένος, την εσωτερική δύναμη να αλλάξει προτού την καταπιεί το σκοτάδι. Αυτή η αξιοθαύμαστη γυναίκα έχει ένα εμφανές όπλο, την ομορφιά της, και ένα αφανές, αλλά τελικά κραταιό, την ευφυία της. Ο συνδυασμός των δύο γκρεμίζει κυριολεκτικά τα τείχη της Ιεριχούς, από της επάλξεις της οποίας παρακολουθούν άφωνοι και αμέτοχοι οι άρρενες ήρωες.

Εκεί που η νίκη της θα αποδεικνυόταν εύκολη, έχοντας παραμερίσει τα πρακτικά εμπόδια και τους ενοχλητικούς αντιπάλους, η Γκουίλτ θα διστάσει. Θα κάνει το μετέωρο βήμα που θα σώσει για πάντα την ψυχή της, οδηγώντας την όμως αναπόφευκτα στην καταστροφή της. Θα ερωτευτεί κι αυτό θα είναι η αρχή του τέλους της. Αυτή η δαιμόνια φύση, έτοιμη να πάρει το pound of flesh που της αναλογεί από τον ανδροκρατούμενο κόσμο (όχι μόνο γιατί είναι γυναίκα, αλλά επειδή το αξίζει!) θα επιτρέψει στο τροπαιούχο συναίσθημα να ματαιώσει τις βέβηλες πράξεις της. Θα υποκύψει στον έρωτα του σαφώς υποδεέστερού της Μιντγουίντερ και θα ανταποδώσει. Η αηδία και το μίσος που την κατακλύζει για τον ασήμαντο, θλιβερό και μικρόνου Αρμαντέιλ (μέσα από τα μάτια της τον βλέπουμε κι εμείς όπως μάλλον είναι) δεν θα την οδηγήσει ως την ευόδωση του σατανικού σχεδίου της, με τραγικές συνέπειες γι’ αυτήν.

Στο τέλος, όταν ο παλιός της εαυτός επιχειρήσει να αναλάβει τα ηνία, θα είναι πλέον αργά. Δεν θα αντέξει, μέσα από μια περίτεχνα στημένη πλεκτάνη, να στερήσει τη ζωή του αγαπημένου της και θα πάρει τη θέση του, αποχωρώντας από έναν κόσμο που ούτε προς στιγμήν δεν της χάρισε το παραμικρό για να έχει δικό της ως παρηγοριά, και στον οποίο εκείνη ανταπέδωσε παλικαρίσια στρέφοντάς του την πλάτη. Η έξοδός της σημαίνει ουσιαστικά και το τέλος του βιβλίου, καθότι, ειλικρινά, η μοίρα των πρωταγωνιστών έπαψε να με αφορά ιδιαίτερα. Αφότου έσβησε το φως με το οποίο τους φώτιζε το υπέροχα σκοτεινό πνεύμα της δεσποινίδος Γκουίλτ, απλά περιέπεσαν στην αφάνεια και την ανέξοδη ευτυχία που πιθανώς τους άξιζε.

Δεν χρειάζεται να επαναλάβω ότι ο Collins μεγαλουργεί σ’ αυτό το βιβλίο. Το βασικό του εύρημα, τουτέστιν το να στρέψει τον φακό εξ ολοκλήρου στην Γκουίλτ, υποχρεώνοντάς μας να αναθεωρήσουμε εκ βάθρων και να δούμε τους μέχρι πρότινος θετικά προσημασμένους χαρακτήρες μέσα από την οπτική της, με εξέπληξε ομολογώ. Αν μπορούσα να το θέσω κάπως σχηματικά, το πρώτο μέρος υπήρξε ένα τυπικά καλογραμμένο βικτωριανό μυθιστόρημα. Αφ’ ης στιγμής όμως περνάει στη… σκοτεινή πλευρά, μετατρέπεται παραχρήμα σε κάτι σύγχρονο – αφήνει πίσω του την ασπρόμαυρη προοπτική, την κλασική μανιχαϊστική διαμάχη καλού/ κακού και υποκλίνεται στο γκρίζο, στην εναλλακτική οπτική, στην παραμόρφωση του καθρέφτη. Εκεί προβάλλει μεγαλειώδης η γυναικεία φιγούρα, κατά τα noir πρότυπα: ο χαρισματικός πλην όμως ελαττωματικός, σκοτεινός, ήρωας-παρίας (ηρωίδα εν προκειμένω), ο οποίος οδηγείται αμείλικτα στον σκοπό του, θα σκοντάψει λίγο πριν το τέλος εκπίπτοντας στο πάθος του έρωτα, αποποιούμενος με μία κίνηση το παρελθόν του, εναγκαλιζόμενος με ανακούφιση την αναπόδραστη αυτοκαταστροφή του. Αυτή ακριβώς η ανταλλαγή της ύστατης στιγμής αποτελεί και τη δικαίωσή του. Amor Vincit Omnia.

Ολοκληρώνω αναγνωρίζοντας ως μεγάλο επίτευγμα για ένα βιβλίο περίπου 1200 σελίδων να μη δημιουργεί αίσθημα κόπωσης. Ο Collins άφησε ως λογοτεχνική παρακαταθήκη ένα εντυπωσιακό best-seller, το οποίο σφίγγει τον αναγνώστη στην αγκαλιά του και δεν τον αφήνει παρά στο τέλος, όταν το θάμβος της δεσποινίδος Γκουίλτ έχει σβήσει για τα καλά.

2 σκέψεις σχετικά με το “Αρμαντέιλ – Γ. Κόλινς

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s