Απόγνωση – Β. Ναμπόκοφ

1η δημοσίεσυση, Book Press

[Ένας… απεγνωσμένος οδηγός ανάγνωσης του Ναμπόκοφ]

«Σε κάθε έργο τέχνης, το ύφος είναι μια υπόσχεση»

Μαξ Χορκχάιμερ

Ο ουρανός στα τοπία που δημιουργεί με περισσή μαεστρία ο Ναμπόκοφ δεν είναι ποτέ ανέφελος. Ο αναγνώστης του γνωρίζει εξαρχής ότι τον περιμένει μια κάποια νοητική δοκιμασία. Υποψιασμένος εισέρχεται με αίσθημα ανησυχίας, οσφραίνεται τις σελίδες, αναζητώντας τις παγίδες που με μαστοριά έχει στήσει ο δημιουργός. Η «Απόγνωση» δεν πρόκειται να τον διαψεύσει στο ελάχιστο.

Ο Ναμπόκοφ οδηγεί εκουσίως και με ασυγκράτητη απόλαυση τους ήρωες και τους αναγνώστες του βιβλίου του στην… απόγνωση. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπάρχει κάτι κρυφά σαδιστικό στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τους εμπλεκόμενους στο έργο του. Περισσότερο και από άλλα έργα του, στο συγκεκριμένο, επιχειρεί να προσπεράσει τους… περαστικούς, τους φυλλομετρητές, εκείνους που χαρακτηρίζει ανώριμους.

Αυτό το βιβλίο έχει ενδιαφέρον να ιδωθεί μέσα από δύο προοπτικές: του πώς απωθεί και το πώς προσελκύει το κοινό του, καθότι θεωρώ είναι εξίσου σημαντικές για τη συνολική κατανόηση του έργου του παρεξηγημένου (από τους αναγνώστες, όχι τους κριτικούς) Ναμπόκοφ και της αξεπέραστης δημιουργικής του ιδιοφυίας. Η απώθηση είναι το πρώτο και πιο ενδιαφέρον σημείο, οπότε ξεκινώ από αυτό.

Πιστός σε όσα έχει ήδη θέσει στα θεωρητικά του κείμενα ή στις διαλέξεις του (οπαδός του ρωσικού φορμαλισμού, Βίκτορ Σκλόφκσι κλπ.), ο συγγραφέας κάνει πράξη ήδη από τις πρώτες σελίδες όσα διακήρυττε. Αποτρέπει με κάθε τρόπο την ταύτιση, καθότι παιδικό στάδιο της ανάγνωσης, του αναγνώστη με τους ήρωές του. Όσο κι αν ψάξουμε, δύσκολα θα βρούμε συμπαθή ήρωα στα μυθιστορήματά του (προεξαρχούσης της Λολίτας), κάτι που ισχύει και στην περίπτωση της «Απόγνωσης» (σε εξαιρετική μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ!). Ο Χέρμαν είναι τουλάχιστον ύποπτος, αναξιόπιστος και συχνότερα αντιπαθής πρωταγωνιστής. Η πρωτοπρόσωπη οπτική του βιβλίου διόλου δεν συμβάλλει στην ωραιοποίηση της εικόνας του (μία από τις πολλές ανατροπές). Υπερόπτης και αλαζόνας, διαστρέφει και παραποιεί κατά το δοκούν τα γεγονότα, εξυμνώντας τον εαυτό του, τις δυνάμεις επινόησης και χειραγώγησης όλων εκείνων που τον πλαισιώνουν, ακόμα κι όταν οδηγείται στο έγκλημα.

Βγάζοντας από το πλάνο την πρωτόλεια ταύτιση του ανώριμου αναγνώστη με τον ήρωα, ο ευφυής συγγραφέας συνεχίζει την τακτική απώθησης με το δεύτερο, (εξίσου ανώριμο κατ’ αυτόν) επίπεδο ταύτισης του αναγνώστη με την πλοκή τού έργου. Επιτυγχάνει άψογα και ως προς αυτό. Η ιστορία που διηγείται δεν είναι κάτι σπουδαίο, εξαντλείται στην εμφάνιση ενός σωσία (ονόματι Φέλιξ) του ήρωά μας ήδη από τα αρχικά κεφάλαια, και συνεχίζει στον τρόπο με τον οποίο ο δαιμόνιος και ψυχικά ασθενής Χέρμαν επιχειρεί να εκμεταλλευτεί προς όφελός του την παρουσία του, αποτυγχάνοντας θεαματικά. Προφανώς, κατά την πάγια τακτική του Ναμπόκοφ δεν υπάρχουν ηθικά διδάγματα, «ιδέες» και κοινωνικές αλληγορίες που θα προσφέρουν οποιοδήποτε όφελος στον αναγνώστη που επιζητά «νόημα» στο βιβλίο που διαβάζει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο λόγος του δεν ρέει με την τρέχουσα έννοια, ενώ οι τόσο διεκπεραιωτικοί για τον αναγνώστη διάλογοι εκλείπουν (γνωστή η απόφανσή του πως αν ένα βιβλίο έχει πολλούς διαλόγους, είναι ανάξιο λόγου). Ο συγγραφέας πριονίζει συνεχώς το «κλαδί» της εύκολης, απρόσκοπτης, ράθυμης ανάγνωσης, εστιάζοντας στο εσωτερικό της σκέψης του προβληματικού πρωταγωνιστή με αμιγώς μοντερνιστικό τρόπο, παρεμβάλλοντας εικόνες και οπτικές, βάζοντας συνεχώς τρικλοποδιές στον αναγνώστη.

Η ειρωνεία συμβάλλει τα μάλα ως προς αυτό. Ο άσπλαχνος συγγραφέας προσφεύγει συχνότατα σε αυτήν, στρέφοντας την αιχμή της ενάντια στους αναγνώστες, στους ανθρώπους εν γένει (η λέξη όχλος κυριαρχεί), στη θρησκεία, την πολιτική. Αλλά και τα λογοτεχνικά είδη δεν ξεφεύγουν από την καυστική του ματιά: το είδος της επιστολογραφίας διακωμωδείται, ενώ δεν παραλείπονται ούτε οι άλλοι συγγραφείς. O Όσκαρ Ουάιλντ «με τις ομορφούλικες ιστορίες του, τις αμυδρώς λάγνες και παραδοξολόγες», οι αστυνομικές αφηγήσεις τύπου Ντόυλ και Λεμπλάν και οι συγκρίσεις του με τον Ντοστογιέφσκι. Είναι γνωστή η αντιπάθειά του για τον μεγάλο λογοτέχνη, κυρίως εξαιτίας του ρωσικού μυστικισμού και αντιδυτικισμού του, στοιχεία τα οποία ο καθ’ όλα δυτικής διαμόρφωσης Ναμπόκοφ απεχθανόταν βαθύτατα.

Αφαιρώντας τα λεγόμενα εξω-καλλιτεχνικά κριτήρια από τη μέση (ταύτιση με πρωταγωνιστή/ πλοκή), ο Ναμπόκοφ επικεντρώνεται σε αυτό που είναι το μείζον για εκείνον και για τους πιστούς του αναγνώστες. Ο καχύποπτος θα αναρωτηθεί εδώ με δυσφορία περί τίνος πρόκειται, εφόσον ο συγγραφέας έχει ήδη, κατ’ αυτόν, εξαρχής ενταφιάσει την όποια αναγνωστική ηδονή, τοποθετώντας τη στην προκρούστεια κλίνη, αφαιρώντας συνεχώς στιβάδες, ώστε να απομείνει ένα αποστεωμένο κουφάρι. Κι όμως…

Η εύκολη και γενικευτική απάντηση είναι ότι στην τέχνη υπάρχουν άμεσες απολαύσεις που εξελίσσονται τάχιστα και εξαχνώνονται εξίσου γρήγορα, αφήνοντας πίσω ένα απλό μετείκασμα και μια μη περίοπτη θέση σε σκονισμένο ράφι. Από την άλλη η μεγάλη τέχνη απαιτεί προσήλωση, νοητική προσπάθεια που θα οδηγήσει στην ευκταία ζεύξη μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη. Διατρανωμένος στόχος του -μέτρο και απώτατο όριο του οποίου αποτελεί το corpus των βιβλίων του- η ταύτιση του οτρηρού αναγνώστη με τον συγγραφέα. Όχι βεβαίως τον άνθρωπο (μας είναι αδιάφορος), αλλά με τον Επινοητή, τον Μυθοπλάστη που υφαίνει στον αργαλειό του έργα φαντασίας, με συγκολλητικό υλικό το ιδιαίτερό του αφηγηματικό ύφος. Για ετούτη την προσπάθεια ανταμείβει με απόλαυση διαρκείας που αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξης αφήνοντας τα σημάδια της στον πεπερασμένο βίο μας (η διεύρυνση του αυτόνομου εαυτού κατά H. Bloom). Οφείλω όμως να σταθώ σε συγκεκριμένα σημεία που θεμελιώνουν τη γενικότερη αυτή στάση.

Για τον Ναμπόκοφ, η λογοτεχνία (κατά το παράδειγμα του Φλωμπέρ) είναι αφενός δημιουργία εικόνων, αφετέρου παιχνίδι, νοητικό παζλ που απαιτεί την εγρήγορση του αναγνώστη. Προκαλεί συνεχώς το πνεύμα του, ναρκοθετώντας τις παραγράφους του με κλειδιά ερμηνείας (όχι ιδέες!) που απαιτούν προσήλωση, προκειμένου να κορφολογηθούν από κάθε κεφάλαιο με προσοχή και, το σημαντικότερο, υπομονή. Ο συγγραφέας είναι εκείνος που καθορίζει τον τρόπο και τον χρόνο, σε αντίθεση με τους πιο εμπορικούς ομοτέχνους του που ακολουθούν τον ρυθμό του αναγνώστη (θέλει ταλέντο κι αυτό), ώστε να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του. Ο Ναμπόκοφ αποστρέφεται την τακτική αυτή, ο ρυθμός υπαγορεύεται αποκλειστικά από εκείνον με τον αναγνώστη να ακολουθεί τα βήματα ενός χορού του οποίο είναι ακόλουθος και όχι προεξάρχων.

Περί αισθητικής απόλαυσης, λοιπόν, ο λόγος. Η απόλαυση αυτή δεν προέρχεται από τις εντάσεις, τις συγκρούσεις, το σασπένς και όλα τα κόλπα τα οποία χρησιμοποιούν άλλοι συγγραφείς. Ο Ναμπόκοφ υπενθυμίζει συνεχώς ότι δεν είναι ένας από τους άλλους, τους κοινούς. Είναι ο Άρχων της ψευδαίσθησης, του ψέματος, του συγκαλυμμένου λόγου, αλλά ταυτόχρονα της αναπαράστασης, της ερμηνείας, της αποστασιοποίησης. Εν ολίγοις, όλων εκείνων που δεν είναι ρεαλιστική αναπαράσταση. Επιτίθεται, λες με μανία, ενάντια στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, όχι ως ιδεολόγος πολιτικός επαναστάτης (όντας γνήσιος εστέτ καλλιτέχνης ήταν βαθύτατα συντηρητικός), αλλά ως αναρχικός της πεφωτισμένης αισθητικής δεσποτείας. Τον ακούμε από την Ολύμπια κορυφή να λέει: «Αυτή την ιστορία που οι άλλοι θα την αφηγούνταν κοινότοπα, Εγώ θα τη διαστρέψω, θα τη διακωμωδήσω και θα την περιτυλίξω με τον μανδύα της επινόησης, ώστε εσύ αναγνώστη να χρειαστείς όλη σου τη φαντασία, τη διαύγεια και αυτοσυγκέντρωση για να την ολοκληρώσεις επιτυχώς. Η ανταμοιβή σου όμως θα είναι αντίστοιχη της προσπάθειας».

Θα μπορούσα να σταθώ σε πληθώρα σημείων που ο δημιουργός αποδεικνύει τη μεγαλοφυία του, αλλά θα απαιτούσε σελίδες. Στέκομαι μόνο σε κάποια από τα πλέον οφθαλμοφανή κατά την κρίση μου. Καθ’ όλη την έκταση του κειμένου επιχειρείται σύγκριση μεταξύ λογοτεχνικού έργου και τέλειου εγκλήματος, καθώς ο Χέρμαν χρησιμοποιεί τον σωσία Φέλιξ για ιδικούς του σκοτεινούς σκοπούς. Ο εγκληματίας/πρωταγωνιστής/περσόνα του συγγραφέα (αλλά συγγραφέας κι ο ίδιος) πασχίζει να καταγράψει στις σελίδες την πορεία του. Το βιβλίο ξεκινάει επιδεικτικά με το γεγονός ότι τίποτα από όσα διαβάζουμε δεν θα υπήρχε δίχως τις δυνάμεις επινόησης του πρωταγωνιστή (alter ego του Ναμποκοφ), καθώς η μέγιστη συγγραφική του δεξιότητα το καθιστά υπαρκτό. Ξεκαθαρίζει εξαρχής ότι η όποια αλήθεια δεν είναι εδώ το διακύβευμα, αλλά ότι η «αλήθεια» υφίσταται μόνο ως προϊόν επινόησης – και μάλιστα ανώτερης τάξης. Ο Ναμπόκοφ δικαίως επαίρεται: «Εγώ ειμί η αλήθεια!» και ο αναγνώστης εισέρχεται στο περίκλειστο, αυτιστικά μεγαλειώδες σύμπαν του Δημιουργού, έχοντας αφήσει στην είσοδο τις όποιες αντιρρήσεις του.

Οι εγκληματικές πράξεις, ο τρόπος με τον οποίο πειθαναγκάζει, διαστρέφει, εκβιάζει και παραποιεί την αλήθεια, συγκρίνεται σε κάθε της βήμα με τη δημιουργική διαδικασία, καθώς η μία δεν υφίσταται χωρίς την άλλη. Ο δημιουργός είναι ο ιδανικός εγκληματίας, ο αείποτε λοξίας. Κι αυτή την αυταπόδεικτη για τον Χέρμαν/ Ναμπόκοφ αλήθεια, ο «όχλος αρνείται, επί μακρόν, να κατανοήσει», αναζητώντας ολισθήματα στη σκέψη του. Βεβαίως σφάλλουν, καθότι τους λείπει η οξύτητα της ματιάς του «και δεν διακρίνουν τίποτα το ασυνήθιστο εκεί που ο συγγραφέας αντιλήφθηκε ένα θαύμα». Και θαυματοποιός λοιπόν ο δημιουργός. Λογικό άλμα δεδομένου ότι από τον πηλό του υπάρχοντος πλάθει μια νέα πραγματικότητα – ένας μικρός Θεός που δίνει πνοή σε κυήματα, ενεργούμενα.

Και σε αυτό το βιβλίο πράττει εκείνο που στη συνέχεια τελειοποίησε με τη «Λολίτα». Αναλαμβάνει την υπεράσπιση του εγκληματία, του ουτιδανού, και τον αθωώνει στο Ανώτατο Δικαστήριο της Υψηλής Τέχνης. Αδειάζει πλήρως το περιεχόμενο από οποιαδήποτε προφανή ηθική κρίση, υποκαθιστώντας τη με την αισθητικής φύσεως (η οποία με τη σειρά της είναι ηθική). Με την υπεροψία της ιδιοφυίας παραδίδει στο άχρονο κοινό έργα που υπερβαίνουν τις όποιες μόδες και καθιστά το ανθρώπινα ατελές, καλλιτεχνικά άρτιο.

Για να επανέλθω στο βιβλίο μας, ο Χέρμαν επιθυμεί να εξαπατήσει τους πάντες. «Κάθε έργο τέχνης είναι μια εξαπάτηση», μας υπενθυμίζει ο Ναμπόκοφ. Είναι φυσικά πεπεισμένος για την τελειότητα του έργου του, όμως επιθυμεί να το αναγνωρίσουν και οι άλλοι, επιθυμεί την επιτυχία. Δεν είναι επομένως απορίας άξιο το γεγονός ότι προσβάλλεται όταν το σχέδιό του, η δημιουργία του κρίνεται ελλιπής, αποκαλύπτεται ως απάτη. Ο ίδιος μόνο έχει το απόλυτο δικαίωμα να εξαπατά το κοινό, αλλά επουδενί να αποκαλύπτεται ως εξαπατών. Την ίδια στιγμή αρνείται το ενδεχόμενο, κατ’ αυτόν δεδομένο, ότι ο σωσίας του δεν ήταν τελικά και τόσο…όμοιος με εκείνον. Αδιανόητο, καθότι η συλλογιστική του και συνολικά το δημιούργημά του εξαρχής βασίστηκε σε αυτή τη συνθήκη απόλυτης ομοιότητας.

Διόλου τυχαία παρομοιάζει τους ερευνητές-αστυνομικούς με κριτικούς λογοτεχνίας που εμφανίζονται εκ των υστέρων, με επιχειρήματα τα οποία δικαιώνουν την αρχική τους αντιπάθεια. Εκ νέου ο εγκληματίας ταυτίζεται με τον συγγραφέα, του οποίου το μεγαλόπνοο έργο γίνεται βορά στις ανόσιες αισθητικές αναλύσεις μη επαρκών κριτών. Τα όποια λάθη αποδίδονται σε αυτόν δεν μπορεί να αμαυρώσουν το μεγαλείο της σύλληψης, της τελειότητας του σωσία. Δεν υπάρχει κάτι για το οποίο ο Δημιουργός οφείλει να μετανοήσει. Παραδίδει το έργο του στο κοινό. Ο όχλος χλευάζει ως είθισται. Ο καλλιτέχνης αδιαφορεί.

Τα περιθώρια στενεύουν, ο κύκλος κλείνει, πρέπει να ολοκληρώσει τη συγγραφή, να αποστείλει τις σελίδες που επεξηγούν και διαφωτίζουν τις σκέψεις του στον Άλφα αναγνώστη (κάποιος άλλος συγγραφέας). Το έσχατο στάδιο: αναζήτηση του κατάλληλου τίτλου. Καταιγιστική απόρριψη κοινότοπων τίτλων που παραπέμπουν σε διάσημα λογοτεχνικά έργα. Η φώτιση έρχεται. Εν εξάλλω, θυμάται αίφνης ότι όλο του το σχέδιο κατέρρευσε εξαιτίας ενός μπαστουνιού που έφερε την υπογραφή του θανόντος και ξεχάστηκε στο αυτοκίνητο. Ο νόμος πλησιάζει, αλλά ετούτο δεν ενδιαφέρει τον καλλιτέχνη. Υπάρχει κάτι σημαντικότερο: το αριστούργημά του δεν είναι τελικά αψεγάδιαστό. Και η αμφιβολία προβάλει για πρώτη φορά. Είναι δυνατόν oi polloi να έχουν δίκιο; Ας είναι, όσος χρόνος απομένει πρέπει να αφιερωθεί ενάντια στην αμφιβολία. Στα γρήγορα γράφει τον μόνο άξιο λόγου τίτλο: Απόγνωση!

Μέχρι τέλους, η ψευδαίσθηση (του δημιουργού, του εγκληματία) κρατάει τα σκήπτρα. Αδυνατεί να διανοηθεί ότι το τέλειο σχέδιό του, το λυσιτελές έργο του, το αρχέτυπο βιβλίο, δεν πρόκειται να δαφνοστεφανωθεί. Ακόμα και την ύστατη στιγμή, στις καταληκτικές σελίδες, όπου ο Νόμος ενσκύπτει αμείλικτα και κόσμος συρρέει έξω από το παράθυρο της μικρής κωμόπολης να απολαύσει τη σύλληψη, ο καλλιτέχνης-εγκληματίας αρνείται τη ζωή και τους αδιάφορους ηθικούς κανόνες και περιορισμούς της: είναι έτοιμος, ως πρωταγωνιστής, διάσημος ηθοποιός της δικής του -πάντα και μόνο- παράστασης να επιχειρήσει έξοδο.

Ποιοι μπορεί να είναι όλοι ετούτοι παρά κομπάρσοι, έτοιμοι να υπακούσουν στα κελεύσματά του, πανέτοιμοι να του προσφέρουν την ποθητή απόδραση; Μα, αναρωτιέται, τι άλλο είναι όλα αυτά αν όχι μια πρόβα; Αυτή την έσχατη στιγμή, η συναίνεσή τους αποτελεί τη μοναδική επιλογή – αδιανόητο να αρνηθούν την έκκλησή του, την εύνοιά του, να μην υπακούσουν στον μεγάλο Δημιουργό: «Αυτό μόνο. Σας ευχαριστώ. Και τώρα βγαίνω».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s