Μανχάταν Τράνσφερ – Τζον Ντος Πάσος

1η δημοσίευση, Book Press

Κάθε σύγχρονη Μητρόπολη είναι στη βάση της ένας υπερμεγέθης μηχανισμός, μια πολυδαίδαλη οντότητα, θαρρείς αυτοτελής, η οποία παραπέμπει στις κατασκευές με γρανάζια που λειτουργούν ερήμην του δημιουργού τους, βγαλμένη από δυστοπική ταινία. Η οριοθετημένη επικράτειά της συστεγάζει το έμψυχο και το άψυχο, τα οποία στην αμιγώς καλλιτεχνική σφαίρα αλληλοπεριχωρούνται με τέτοιο τρόπο που η αυτονομία τους αναιρείται και το ένα διαχέεται στο άλλο με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Αυτό εννοούμε όταν αποφαινόμαστε ότι σε κάποιο μυθιστόρημα «πρωταγωνιστής είναι η πόλη». Το «Μανχάταν Τράνσφερ» ανήκει σίγουρα στην κατηγορία αυτή, όντας κάτι παραπάνω.

Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει στον φερώνυμο σταθμό τρένου της Νέας Υόρκης. Τι είναι ένας σταθμός, ποια η λειτουργία του; Τόπος αναμονής, σημείο επιβίβασης, ενδιάμεσος χώρος, ένα μεταξύ εν μέσω προορισμών. Έτσι ακριβώς όπως και οι ζωές των ανθρώπων της πόλης αυτής. Και οι σελίδες του βιβλίου, το καθένα κεφάλαιο, η καθεμιά παράγραφος είναι ένας σταθμός υπερπλήρης με εκείνους που αναμένουν επιβίβαση σε κάποιον συρμό, ένα διαφορετικό βαγόνι που στη φαντασία τους επιγράφεται με πηχυαίους τίτλους: «επιτυχία», «πλούτος», «ευτυχία», «αναγνώριση» κ.ο.κ.

Όλοι ετούτοι οι επιβάτες (είναι αρκετοί οι ήρωες στο βιβλίο) παραμένουν πεισματικά στον σταθμό, ακόμα και όταν γίνεται ξεκάθαρο ότι το δικό τους αποκλειστικό βαγόνι δεν πρόκειται να περάσει. Κάποιοι από αυτούς, θα θελήσουν να εγκαταλείψουν τη θέση τους (ατέλειωτη η ουρά εκείνων που προσμένουν να πληρώσουν το κενό), ενώ άλλοι θα χρησιμοποιήσουν ό,τι μέσο έχουν στη διάθεσή τους για να καταλάβουν με ρεσάλτο το βαγόνι-όνειρο του συνανθρώπου τους. Εις μάτην, τα βαγόνια είναι πάντα λιγότερα και οι φιλόδοξοι επιβάτες παραπάνω από πολλοί.

Και γύρω τους η μητρόπολη. Όχι όμως η απαστράπτουσα συγκαιρινή μας Νέα Υόρκη, ο ομφαλός της Γης, το λίκνο του πολιτισμού. Είμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα, αρχές του 20ού, όπου η μεγαλούπολη είναι ακόμα εν τω γίγνεσθαι, σε πλήρη εξέλιξη – ένα αδάμαστο άγριο θηρίο, που απλώνει τα άκρα του σε κάθε διαθέσιμο χώρο, ένα σαρκοβόρο που τρέφει το ανεξάντλητο εγώ του με ανθρώπινη σάρκα και αίμα. Κανένα πρόβλημα – το λίπασμα διατίθεται σε πλήρη αφθονία, καθώς καραβιές ανθρώπων καταφτάνουν στο λιμάνι της πόλης (όσοι είναι τυχεροί να περάσουν), διωγμένοι από τον σάπιο Παλιό Κόσμο της μισαλλοδοξίας, του πολέμου και της πείνας, για να αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο.

Στη νέα τους πατρίδα, βέβαια, θα αντιμετωπίσουν άλλους ανθρώπους που από καιρό εγκατεστημένοι εκεί, θα επιχειρήσουν με κάθε τρόπο να διαφυλάξουν τα κεκτημένα προνόμιά τους. Κι ο ακήρυχτος πόλεμος θα ξεκινήσει εκ νέου, όπως συμβαίνει παντού όπου υπάρχουν ανθρώπινες κοινωνίες. Ο αναγνώστης βρίσκεται εν μέσω όλων αυτών, καθώς ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να εξηγήσει περαιτέρω το ιστορικό πλαίσιο. Ως γνήσιος καλλιτέχνης, χρησιμοποιεί την άρτια αφηγηματική του τέχνη (θα επανέλθω στη συνέχεια), προκειμένου να συνυφάνει το μυθοπλαστικό με το ιστορικό.

Μολονότι ο Ντος Πάσος την εποχή που έγραψε το βιβλίο υπήρξε ακραιφνής κομμουνιστής, με ξεκάθαρη πολεμική θέση όσον αφορά το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα της εποχής, δεν παρασύρεται από την ιδεολογία του εις βάρος της καλλιτεχνικής υπόστασης του έργου. Αν το έκανε, θα είχαμε στα χέρια μας μια ακόμα καταγγελία (αδιάφορη για τον αναγνώστη), αλλά ένα έλασσον πνευματικό πόνημα. Τούτο δεν σημαίνει ότι έχει λειάνει την αιχμή του ιδεολογικού δόρατός του, αλλά ότι το έχει εντάξει αρμονικά στην αφηγηματική δομή του έργου.

Ας γίνω πιο συγκεκριμένος: οι ήρωές του διαθέτουν απόλυτη συμμετρία, άξια θαυμασμού. Ο επαναστάτης θα εμφανιστεί στη σκηνή τη στιγμή που πρέπει, θα μιλήσει ως όφειλε και θα αποχωρήσει όταν απαιτηθεί δραματουργικά, ώστε να εμφανιστεί ο επόμενος που μπορεί ιδεολογικά να τοποθετείται στο άλλο άκρο. Αλλά κι ο ενδιάμεσος χώρος της πλειονότητας των χαρακτήρων που δεν τοποθετούνται πουθενά, αλλά αναζητούν με κάθε τρόπο την επιτυχία, καταγράφεται με τρόπο που δεν απειλεί τη στατικότητα του κειμένου.

Ο συγγραφέας πιάνει το νήμα των σκέψεων και των ζωών σε περιδίνηση, σε αέναη κίνηση, σε μεταφορά μεταξύ των σταθμών της ζωής τους. Το σημείο εκκίνησης είναι κάποιο γεγονός που ίσως δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία για τον αναγνώστη, συνεχίζει ομοίως σε κάποιο επόμενο κεφάλαιο, όχι απαραίτητα από εκεί που σταμάτησε την τελευταία φορά. Εν συνεχεία, ένα άλμα στον χρόνο έχει οδηγήσει τον ήρωα/ ηρωίδα σε μια νέα κατάσταση, και από εκείνον τον σταθμό τούς παραλαμβάνει το τρένο της ανάγνωσης για να τους αφήσει πιο κάτω και στη συνέχεια να παραλάβει άλλους. Ad infinitum.

Ο αναγνώστης είναι επιβάτης περίοπτης θέσης, αν και του έχει αφαιρεθεί το δικαίωμα συνολικής εποπτείας της ζωής των ηρώων – μόνο αποσπασματικά θραύσματα της ύπαρξής τους παρατηρεί, όσο περιμένουν τον επόμενο συρμό. Αυτή η διάσπαση, δυσκολεύει ελαφρά την ταχεία εξέλιξη της ανάγνωσης, αλλά καλλιτεχνικά δημιουργεί ένα ψηφιδωτό, τοιχογραφία ζωής με πολλαπλές επιστρώσεις χρώματος επάνω στον καμβά.

Ο μοντερνισμός του Ντος Πάσος, ο πειραματισμός με νέα μέσα, εμβολίασε τον κατά βάση νατουραλιστικό του τρόπο. Υπήρξαν στιγμές που ένιωσα να ξεπροβάλει το φάντασμα του Ζολά, και συγκεκριμένα του αριστουργήματός του «Νανά», με σημαντικές ομοιότητες και διαφορές. Βασική ομοιότητα ο «μηχανισμός» της πόλης, ο οποίος συνυφαίνεται με τον βιολογικό ντετερμινισμό (βασικό χαρακτηριστικό του κινήματος). Το Παρίσι στον Ζολά, η Νέα Υόρκη στον Ντος Πάσος, περιγράφονται ως χαίνουσες πληγές, με σηπόμενα άκρα χρήζοντα άμεσου ακρωτηριασμού προκειμένου να διασωθεί η όποια ημιζωή (αν αξίζει και τούτη να σωθεί). Οι δύο μεγάλες μητροπόλεις αλέθουν και εξεμούν, ανακυκλώνουν και μεταδίδουν την ασθένειά τους (συστημική πρώτιστα, αλλά και ατομική).

Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο έγκειται στο ότι ο μεν Ζολά προσωποποιεί τη διάβρωση του Παλιού Κόσμου μέσω ενός προσώπου κυρίως (η πόρνη Νανά) με τον αντίστοιχο αφηγηματικό τρόπο, ενώ ο μεταγενέστερος Ντος Πάσος περιγράφει την εκ γενετής φθορά του Νέου Κόσμου μέσω της διάχυσης, αλλά και του μοντερνιστικού ύφους του. Όπως έχει χαρακτηριστικά ειπωθεί, ο συγγραφέας χρησιμοποίησε την τεχνική του κινηματογραφικού μοντάζ, το κολάζ, την παρεμβολή αποσπασμάτων ειδήσεων διακόπτοντας (ή συμπληρώνοντας) τη ροή του κειμένου. Η αποσπασματικότητα είναι η λέξη κλειδί στο κείμενο αυτό που αρνείται τη γραμμική καταγραφή και περιγραφή της ζωής των πολυάριθμων ηρώων του. Αντ’ αυτού, η κάμερα εισβάλει όλως αιφνιδίως με ένα εντυπωσιακό traveling στο παρόν τους, καταγράφει με ταχύτητα τα δρώμενα της στιγμής, όσο διαρκούν κάποιες παράγραφοι, και εξίσου εκρηκτικά απομακρύνεται από το αντικείμενό της.

Η τεχνική αυτή έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Αφενός επιτρέπει στον συγγραφέα να επιμερίσει και ταυτόχρονα να συμπεριλάβει ένα ποσοτικά μεγάλο «δείγμα ζωής» των μετακινούμενων στον λαβύρινθο της Μητρόπολης, εστιάζοντας κυρίως στον μηχανισμό και όχι στο υποκειμενικό στοιχείο. Αφετέρου υποχρεώνει τον αναγνώστη να βυθίζεται και να αποτραβιέται εξίσου γρήγορα από τα ατομικά πεπρωμένα, των οποίων κατέχει μόνο θραυσματική εικόνα. Ως εκ τούτου, ο τελευταίος δεν απολαμβάνει την τυπική ολοκληρωμένη ταύτιση με κάποιον συγκεκριμένα, μιας και το πλέγμα που έχει περίτεχνα ξετυλίξει ο Ντος Πάσος αφήνει μεγάλα κενά. Είναι σαν να προτρέπει τον αναγνώστη: «Κοίτα το δίχτυ, όχι τα ψάρια! Είναι ο μηχανισμός, το σύστημα, όχι οι άνθρωποι!» Ο επαναστάτης συγγραφέας δεν επιθυμεί τη συμπόνοια, τη θλίψη, την οργή, εν γένει τα συναισθήματα που εξαντλούνται σε ένα πρώτο επίπεδο. Επιζητά πνευματική εγρήγορση και τα αφηγηματικά του μέσα λειτουργούν άψογα ως προς αυτό.

Κι όμως, την ίδια στιγμή, ο θετικιστικός, επιστημονικός τρόπος θέασης του μυθιστορηματικού κόσμου υποχωρεί και ο προπαγανδιστής (έστω με τον δικό του αφηγηματικό τρόπο) δίνει τη θέση του στον ποιητή και το βιβλίο ισορροπεί απολαυστικά μεταξύ των δύο κόσμων. Ο συγγραφέας παραμερίζει τακτικά τους κολασμένους του μηχανισμού και φορτωμένος το ιμπρεσιονιστικό του καβαλέτο βγαίνει περιχαρής στην ευδία ημέρα. Μαγνητίζεται από το μεγαλείο της ζωής, του φωτός που παιχνιδίζει στις λακκούβες με τα απόνερα, που εισβάλλει στα φτωχόσπιτα, στα ταπεινά μέρη, λούζοντας με φως τους ταπεινούς και καταφρονημένους.

Ταυτόχρονα, ο ιμπρεσιονιστικός καταιγισμός συμπεριλαμβάνει και τους κατέχοντες, τους ληστοβαρώνους της εποχής, αλλά και όλους εκείνους που κινούνται στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας. Η ποιητική διάθεση του συγγραφέα επιχωματώνει τα κενά, νοηματοδοτεί το αφόρητο υπάρχον, «τυλίγει με προσωρινούς επιδέσμους τη μόνιμη πληγή». Δεν είναι τυχαίο που κάθε κεφάλαιο ανοίγει με μια παράγραφο που θα μπορούσε να τοποθετηθεί αυτούσια σε κάποια ποιητική συλλογή.

Το συναμφότερον της τέχνης επικρατεί: Η κραυγή οργής που εκτοξεύεται σαν πέτρα, στην ίδια παράγραφο αχνοσβήνει στη μελαγχολική ηρεμία των αχτίδων του ήλιου το ξημέρωμα. Η μαγική νυχτερινή όψη της πόλης νανουρίζει σε αποπνικτικό εναγκαλισμό τα εκατομμύρια που το συλλογικό τους όνειρο δηλητηριάζει καθημερινά με τις αναθυμιάσεις της. Ο σταθμός μετεπιβίβασης χάνει τότε την βρόμικη, τσιμεντένια του όψη, το αεράκι αποδιώχνει την αποφορά, έστω πρόσκαιρα. Το αδηφάγο σύστημα περιθωριοποιεί και ταυτόχρονα η φλόγα της ζωής αναγεννιέται με κάθε ερωτικό σκίρτημα, η χαρά διαρκώς ματαιώνεται, οι ελπίδες σιγοκαίγονται, αλλά η προοπτική της εξόδου παραμένει ζωντανή. Δεν είναι τυχαίο ότι στις καταληκτικές σελίδες ο κεντρικός ήρωας (δημοσιογράφος-περσόνα του ίδιου του συγγραφέα) αποφασίζει να αφήσει πίσω του τη Μητρόπολη. Το βιβλίο κλείνει εκεί, όλοι μας όμως γνωρίζουμε από την εποχή του Καβάφη και εντεύθεν, πόσο άσκοπη και μάταιη είναι ετούτη κίνηση.

Όμως ο ήρωας είναι πολύ νέος. Κοντολογίς, ακόμα, ελπίζει. Ας μην τον φορτώσουμε πρόωρα με κυνισμό και διαψεύσεις. Ας του ευχηθούμε καλή τύχη κλείνοντας το βιβλίο, γνωρίζοντας ότι όταν επιστρέψουμε θα τον ξαναβρούμε εκεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s