Ο Μεσάζων – Λ.Π. Χάρτλει

1η δημοσίευση: Book Press

Ο «Μεσάζων» δεν διατείνεται ότι η αναγνωστική του προσέγγιση πρέπει να είναι εκείνη ενός σύγχρονου μυθιστορήματος – ούτε καν στην εποχή του δεν επέσυρε ετούτη η «μομφή». Το 1953, οπότε και εκδόθηκε, οι προβληματισμοί του θεωρήθηκαν μάλλον παρωχημένοι: Τα βικτωριανά ήθη, οι άκαμπτες ταξικές σχέσεις, ο δυισμός σώματος-πνεύματος, δεν αποτελούσαν ζητήματα τα οποία η μεταπολεμική εκείνη δεκαετία βίωνε ως φλέγοντα.

Το βιβλίο αυτό, ευτυχώς για όλους μας, δεν φαίνεται να έχει γραφτεί για το συγκαιρινό κοινό του συγγραφέα, για μια εποχή, ανθρώπους και καταστάσεις που φαίνεται ότι απέφευγε και απεχθανόταν. Ο Χάρτλει, αντ’ αυτού, επέλεξε να γράψει για τον εαυτό του, για όλα εκείνα που κινούσαν τις εσωτερικές του τεκτονικές πλάκες, μετουσιώνοντας το προσωπικό του όραμα σε τέχνη. Όπως κι ο υπέροχος «Γατόπαρδος» του Ντι Λαμπεντούζα, ο «Μεσάζων» είναι ένα κείμενο που αρνήθηκε τη σύντομη λάμψη του «μοντέρνου», αναζωπυρώνοντας την άσβεστη φλόγα του κλασικού.

Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου αυτού είναι ένα ον σε μετάβαση, κάτι που γίνεται προφανές σταδιακά, καθώς βυθιζόμαστε αργά στις σελίδες, εξοικειωνόμαστε με τα πρόσωπα του έργου και τις μεταξύ τους σχέσεις. Ο ηλικιωμένος, πλέον, Λίο Κόλστον αφηγείται τις περιπέτειες του δωδεκάχρονου εαυτού του το ζεστό καλοκαίρι του 1900 (μία από τις πολλές μεταβάσεις αυτή, στον 20ο αιώνα), ο οποίος περνάει τις διακοπές του στο σπίτι του αριστοκρατικής καταγωγής παιδικού του φίλου. Στο νέο αυτό περιβάλλον θα έρθει σε στενή επαφή με την οικογένεια και θα βρεθεί στη θέση του αγγελιαφόρου, μεταφέροντας κρυφά μηνύματα μεταξύ της γαλαζοαίματης Μάριαν (η κόρη σε ηλικία γάμου) και ενός αγρότη ονόματι Τεντ, οι οποίοι διατηρούν ερωτικό δεσμό. Κι αυτό που ξεκινά ως ανώδυνο παιχνίδι, θα καταλήξει σε τραγωδία.

«Πέρα από τον σχολικό κώδικα τιμής, δεν κατείχα κανένα άλλο ηθικό σύστημα», ξεκαθαρίζει εξαρχής ο Λίο, μέσω του μελλοντικού αφηγητή-εαυτού του, δίνοντας το εναρκτήριο λάκτισμα της αισθηματικής αγωγής ενός παιδιού που αντικρίζει κατάματα τον κόσμο της ενήλικης ζωής με περιορισμένα όπλα και λειψή κοσμοθεωρία. Ο Χάρτλει περιφέρει το αγόρι στην αγγλική επαρχία, εν μέσω των ενηλίκων και των δικών τους παιχνιδιών, με αντίστοιχο αφηγηματικό, κλασικότροπο ύφος: Νωχελικά, όπως εκείνα τα ατέλειωτα παιδικά καλοκαίρια που διαρκούσαν για πάντα. Και ο ιστός αρχίζει να υφαίνεται σταδιακά γύρω από το αγόρι, καθώς το μόνο που επιθυμεί είναι η αποδοχή του από εκείνους τους πλούσιους και κυρίως κοινωνικά διακεκριμένους ανθρώπους. Η αποδοχή θα προκύψει, αλλά όχι όπως η παιδική φαντασία το ονειρεύτηκε, όχι δίχως τίμημα, όπως συμβαίνει από καταβολής: Αναζήτησέ τη και θα τη βρεις τελικά την αλήθεια, αλλά αυτή θα σε τσακίσει!

Κομβικό σημείο στην εξέλιξη, περίπου στο μέσο του βιβλίου, ο αγώνας κρίκετ μεταξύ της των αριστοκρατών της έπαυλης και του χωριού. Οι ομάδες στέκονται απέναντι, το παιχνίδι ξεκινά, αλλά ο καλλιτέχνης συγγραφέας (μέσω του ήρωά του), έχει ταυτόχρονα στραμμένη αλλού την προσοχή του: Το βλέμμα του Λίο μαγνητίζει η καμπύλη του ουρανού και εκείνη των δέντρων πέρα από την πίστα. Παρεμβάλλεται το αιχμηρό κωδωνοστάσιο που καταστρέφει τη συμμετρία. Το αγόρι αναρωτιέται, γιατί άραγε να μην μπορεί η εκκλησία να προσαρμοστεί στην αρχιτεκτονική της φύσης; Το κείμενο βρίθει τέτοιων συμβολισμών που προσφέρουν κλειδιά ερμηνείας.

Κατά τη διάρκεια του αγώνα, ο ήρωας βιώνει ξεκάθαρα μια έντονη συναισθηματική μετατόπιση. Η ξαφνική του σύμπνοια με τον αγρότη Τεντ, η συνεπακόλουθη προδοσία της τάξης του, η ενσυναίσθηση με τον αντίπαλο, ο οποίος βέβαια συνδέεται ερωτικά με τη Μάριαν (αντικείμενο και της δικής του επιθυμίας), δημιουργούν σύγχυση, η οποία ιντριγκάρει τον αναγνώστη εξίσου. Ο εσωτερικός αγώνας του αγοριού, ταυτόχρονα με εκείνον που διεξάγεται στο γήπεδο του κρίκετ, μας ρουφάει στη δίνη του, ανατρέποντας τις βεβαιότητές μας μέσα από τη δίχως έρμα οπτική του Λίο, ο οποίος αναζητώντας βεβαιότητες στο εξωτερικό του περιβάλλον, κατορθώνει να σπείρει αναπάντητα ερωτήματα εντός του.

Αν και ο πρωταγωνιστής, συμμετέχοντας μόνο προς το τέλος του αγώνα, επιτυγχάνει να προσφέρει τη νίκη στην ομάδα του, το πράττει με μισή καρδιά και η σύγχυσή του απλά μεγεθύνεται. Θα κερδίσει μία ακόμα νίκη έναντι στον Τεντ, επευφημούμενος αργότερα για τις ικανότητές του στο τραγούδι και μια υπόκλιση από την αγαπημένη Μάριαν. Και οι νίκες του, θα παραμείνουν αυτές ως το τέλος.

Ο αισχυντηλός Λίο θα συνεχίσει να μπαινοβγαίνει στη σκηνή του ενήλικου κόσμου, ακροπατώντας, ψηλαφώντας συχνά στα τυφλά το πέρασμά του. Καλείται ακούσια να προσφέρει τις υπηρεσίες του, αναλαμβάνοντας ευθύνες που δεν του αναλογούν, που δεν μπορεί να τις σταθμίσει, αδυνατεί να τις κρίνει. Μοναδική του πυξίδα τα αισθήματά του, η πρωτόλεια ηθική του, ελλιπώς ανεπτυγμένη, η οποία των καθοδηγεί. «Για δεύτερη φορά με προσκαλούσαν να ανταλλάξω την προστασία της παιδικής μου ηλικίας με τις ευθύνες του ενήλικου κόσμου. Ήταν κάτι σαν θάνατος, αλλά με την προοπτική της Ανάστασης: την τρίτη φορά που έγινε το ίδιο, η προοπτική δεν υπήρχε».

Ο αναγνώστης ανακαλύπτει σταδιακά ότι νεαρός Λίο δεν είναι αποκλειστικά μεσάζοντας μεταξύ των εραστών. Κινείται εξίσου εν τω μέσω της παιδικής και της ενήλικης ζωής: του κόσμου της φαντασίας κι εκείνου της πραγματικότητας. Ένας ενδιάμεσος χώρος και χρόνος, μια συνεχής κίνηση εμπρός-πίσω, όπου το καταφύγιο της νεαρής ηλικίας μετατρέπεται συχνά σε φυλακή. Μα και η ελευθερία που συνεπάγεται η ενήλικη ζωή αποτελεί άχθος, καθώς συνοδεύεται από ευθύνες, επιλογές και αναμετρήσεις.

Το παιδί Λίο επιχειρεί, όποτε προκύπτουν θέματα δυσεπίλυτα, να απαντήσει στο ερώτημα: Τις πταίει; Όπως του εξήγησε ο Υποκόμης Χιου (ο μέλλων αρραβωνιαστικός της Μάριαν), μια κυρία δεν δύναται να φταίει. Το ίδιο όμως ισχύει και για τον ταξικά ανώτερό του υποκόμη. Μένει ο πληβείος Τεντ ως βασικός υπεύθυνος που ξελόγιασε την Μάριαν. Ποια η θέση του ιδίου του Λίο, ο οποίος μετέχει πλέον ενεργά στο τρίγωνο που δημιουργήθηκε άθελα του; Θα ξεκινήσει ως παρατηρητής, θα συνεχίσει ως εμπλεκόμενος. Ο ρόλος του αλλάζει αργά μεν αδήριτα δε. Η μεσολάβηση θα σταματήσει κάποια στιγμή και θα μετατραπεί σε πράξη, επιλογή, ενεργητική στάση. Στον κήπο του Παραδείσου ο Λίο θα μετατραπεί σε όφι που σπέρνει τη διχόνοια μεταξύ των πρωτόπλαστών.

Δεν δύναται να κατανοήσει την έκταση και την ένταση του ερωτικού πάθους, παρά μόνο να αντιληφθεί τις επιπτώσεις του όσον αφορά το άτομό του. Ο επίγειος παράδεισος του Μπράνταμ Χολ διαταράσσεται από τη μιαρή σχέση του κοινού θνητού Τεντ με τη γαλαζοαίματη Μάριαν, χωρίς μάλιστα να τον περικλείει. Συχνότερα τον κρατά απέξω και τον εκμεταλλεύεται ως παραγγελιοδόχο. Ο νεαρός λαμβάνει απλά ψήγματα εκτίμησης, τρυφερότητας και αισθησιασμού: θα δώσει στη Μάριαν το μαγιό του για να στεγνώσει τα μαλλιά της μετά το μπάνιο. Αυτή θα είναι και η μόνη έμμεση επαφή του με την κοπέλα, σε μια άκρως συμβολική σκηνή σεξουαλικής αφύπνισης, κατά την οποία η υγρασία των μαλλιών της θα βρέξει το μαγιό που έχει ακουμπήσει στο γυμνό της σώμα.

Μα το ίδιο, ακόμα πιο έμμεσα, θα συμβεί και με τον Τεντ, ο οποίος διεγείρει τη φαντασία και τον λανθάνοντα ερωτισμό του αγοριού κατά την επαφή μαζί του. Όσο πιο κοντά επιχειρεί να έρθει στα αντικείμενα του πάθους του τόσο πιο πολύ θα απομακρύνεται από την παιδική του ηλικία και θα εισέρχεται σε εκείνη της εφηβείας και των προβληματισμών της. Οι επακόλουθες εκρήξεις των δύο συνενόχων εραστών, οι οποίοι βέβαια βιώνουν απόλυτα εγωκεντρικά τον δεσμό τους, όταν το αγόρι αρνείται ή ζητά κάτι από αυτούς, θα τον αποξενώσουν, θα του δώσουν την πραγματική διάσταση του τριγώνου στο οποίο παραμένει ο αναλώσιμος τρίτος.

Ό,τι για τους ερωτευμένους βιώνεται ως εκτυφλωτικός ήλιος στο κατακαλόκαιρο, για τον έφηβο είναι απλά μαύρη τρύπα που απορροφά τα πάντα εντός της: Μια σχέση αυτοναφορική, εγωκεντρική και αυτοτελής – ένα μικρό λυσιτελές σύμπαν. Οποιοσδήποτε τρίτος απλά είναι περιττός και ξένος. Τελικά, στο μυαλό του Λίο, τα πάντα θα συγκλίνουν στο εξής: η σχέση της Μάριαν και του Τεντ οφείλει να λήξει κι όλα να επανέλθουν στην προτέρα κατάσταση. Τούτο, φυσικά, είναι αδύνατον, όπως και η επιστροφή στην ανεμελιά και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Ο όφις άπαξ και βρήκε τον δρόμο του στον κήπο θα παραμείνει εντός.

Το παιδικό μυαλό του Λίο θα επιχειρήσει να επιλύσει τον γόρδιο δεσμό με παιδικό τρόπο, οργανώνοντας μια νυχτερινή έξοδο που περιλαμβάνει επίσκεψη σε ένα παρακείμενο παράσπιτο, φυλασσόμενο από το δηλητηριώδες φυτό μπελαντόνα. Εκεί θα δοθεί μια ονειρική μάχη με το άνθος, μια συμβολική τελετή ενηλικίωσης. Η ηλικία της αθωότητας δεν έχει, όπως πολύ συχνά διαβάζουμε, σχέση με την εποχή πριν τη σεξουαλική αφύπνιση, αλλά με εκείνη πριν τη συνειδητοποίηση της θνητότητάς μας. Η νύχτα αυτή θα αποτελέσει το όριο της παιδικής φαντασίας, η οποία προσμένει ως αρωγό της τη μαγεία.

Την επομένη, ημέρα των γενεθλίων του, ένας νεαρός άντρας θα ξυπνήσει στη θέση του «πράσινου» (υποτιμητικός χαρακτηρισμός που του απέδωσε η Μάριαν), άγουρου αγοριού. Ο Λίο θα κάνει πλέον τις επιλογές του που θα έχουν συγκεκριμένα αποτελέσματα και θα οδηγήσουν στην κορύφωση.

Το καταληκτικό κεφάλαιο θα βρει τον ήρωα, ηλικιωμένο πλέον, να επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος και, στο παρασκήνιο, τον συγγραφέα στον χρόνο της μνήμης. Ο χρόνος θα είναι κι ο μόνος Μεσάζων, κινώντας αναπρόδραστα ανθρώπους, τύχες, ζωές. Ο κυνισμός και η ψυχρότητα κατοικούν εκεί που παλιά κυριαρχούσε η θέρμη. Την τελευταία ο Λίο τη δανείζεται για ύστατη φορά από τη γερασμένη Μάριαν, η οποία συνεχίζει να συντηρεί και συνδαυλίζει τις αυταπάτες της. Και οι αυταπάτες αυτές (τι άλλο στηρίζει τη ζωή μας;) θα τον συγκινήσουν.

Ο Λίο, στη δύση της ζωής του, θα κληθεί να γίνει για τελευταία φορά ο Μεσάζων, φέρνοντας πλέον τη συμφιλίωση, την ειρήνη στα ανθρώπινα πάθη, το έλεος και τη συγχώρηση.

Κλείνοντας το βιβλίο, το παρελθόν δεν είναι πλέον «μια ξένη χώρα, όπου όλα γίνονται διαφορετικά εκεί» (όπως έξοχα περιγράφει η περίφημη εναρκτήρια παράγραφος). Έχει γίνει κάτι οικείο και προσιτό: μια φιλόξενη χώρα με γοητευτικούς κατοίκους που μας δέχτηκε και μας επέτρεψε να την εξερευνήσουμε, και στην οποία -όποτε μας δοθεί ξανά η ευκαιρία- είμαστε πανέτοιμοι να επιστρέψουμε.

Υ.Γ.

Χρωστάμε πολλά στη μεταφράστρια Τόνια Κοβαλένκο μέσα από το βλέμμα της οποίας αντικρίζουμε, εφηβικά κι εμείς, τον όμορφα πλασμένο κόσμο του συγγραφέα.

2 σκέψεις σχετικά με το “Ο Μεσάζων – Λ.Π. Χάρτλει

Γράψτε απάντηση στο gsmanx Ακύρωση απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s