Αινειάδα – Βιργίλιος

1η δημοσίευση Book Press

Η γενεαλογία, η αναζήτηση της προέλευσης, όπως μας δίδαξε ο Φουκώ, δεν είναι απαραίτητο να νοείται ως θεμελίωση στερεοτύπων, αλλά κι ως αναψηλάφηση του παρελθόντος, ως κατακερματισμός της όποιας ενότητας. Τούτο προϋποθέτει, εντούτοις, την εις βάθος γνώση του παρελθόντος, όχι ως στατικού και άπαξ σμιλευμένου όγκου που επικάθεται ως άχθος στις αντιλήψεις και την αισθητική των μελλουσών γενεών, όσο ως συνέχεια, εμβαπτισμένη στην ιστορικότητα.

Μπορεί να μην υπάρχει μία και μοναδική πηγή, γνωστή αποκλειστικά στους μύστες, εκ της οποίας αρδεύονται οι υδάτινες εκτάσεις της γνώσης – πλην όμως, δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός πως εκείνοι που εντρυφούν στην τέχνη του λόγου, συν τω χρόνω, υποπίπτουν στο άλγος του Νόστου. Κι ο Νόστος εδώ, αναπόδραστα, συγκλίνει με την επιστροφή στο παρελθόν. Ουδείς, ποτέ δεν νοστάλγησε το μέλλον. Και τούτο αποτελεί απλά διαπίστωση – δεν το προσημαίνω θετικά ή αρνητικά.

Εν πάση περιπτώσει, για να έρθουμε στα καθ’ ημάς λογοτεχνικά δρώμενα, παρατηρείται σε αρκετούς αναγνώστες η ανάγκη αναζήτησης των απαρχών. Έχοντας πρώτα τρυγήσει τους καρπούς της συγκαιρινής τους παραγωγής, ο δρόμος τούς οδηγεί σε κάποια θεμελιακά κείμενα, των οποίων η αξία δεν είναι απλώς μουσειακή (εξ αποστάσεως θαυμασμός) για πάσης φύσεως παρελθοντολάγνους, αλλά ζώσα, ακμάζουσα και διαρκής. Η αιχμή της τέχνης των κειμένων αυτών παραμένει κοφτερή κι η επαφή μαζί τους προκαλεί στον αείποτε αναγνώστη εντάσεις και υποδόριες εκρήξεις αμιγούς αισθητικής απόλαυσης.

Σε κάποιο από τα σταυροδρόμια της πορείας αυτής, της οποίας ο χάρτης έχει μεν δημιουργηθεί στο παρελθόν, υφίσταται δε μικρές αλλαγές στην πορεία των αιώνων, ο φίλεργος αναγνώστης θα συναντήσει τον Βιργίλιο και την Αινειάδα του. Επική ποίηση, έμμετρη φανταστική μυθοπλασία, πρόκειται για την ιστορία του Αινεία που φεύγοντας διωκόμενος από την Τροία αναζητά, όπως του όρισαν οι θεοί, μια νέα πατρίδα στην Ιταλία. Η πορεία ετούτη θα έχει διάρκεια, περιπέτειες, πολεμικές αναμετρήσεις, έρωτες και φιλίες, μεγαλείο και πόνο, ζωή και θάνατο. Ο Βιργίλιος θα επιχειρήσει να περιγράψει την ανθρώπινη κατάσταση σε 12 βιβλία και θα το επιτύχει στον μέγιστο βαθμό.

Δεν έχει νόημα να σταθώ εδώ στα όποια επιμέρους, δεδομένου ότι η εισαγωγή των περίπου 130 σελίδων του ανυπέρβλητου μεταφραστή / σχολιαστή Παπαγγελή καλύπτει ολοκληρωτικά τον αναγνώστη. Θεωρώ πως θα μπορούσε (σε έναν άλλο ιδεατό κόσμο που δεν υποτιμούσε εξόφθαλμα την πνευματική αριστεία) να αποτελέσει από μόνη της πανεπιστημιακό μάθημα. Τούτου δοθέντος, το μόνο που μένει σε έναν απλό αναγνώστη (πάντα για μένα ομιλώ) είναι να μοιραστεί με τους ομοιοπαθείς τον αντίκτυπο που ένα τέτοιο έργο μπορεί να έχει στην πνευματική του διαμόρφωση.

Δεν είναι απλό για κάποιον που εδώ και καιρό έχει ξεκόψει από τον έμμετρο λόγο να συντονιστεί με το εν λόγω κείμενο. Το έπος έχει παραδώσει ανεπιστρεπτί τη σκυτάλη στο μυθιστόρημα και τούτο καθιστά σαφώς πιο απαιτητική τη διαδικασία κατά την οποία οι συνηθισμένοι στα αλμυρά ύδατα της λογοτεχνίας καλούνται να βουτήξουν στο γλυκό νερό της επικής ποίησης, να προσαρμοστούν παρευθύς στην απουσία άνωσης (μεγάλη ευκολία ετούτη) και να απολαύσουν τις χάρες της.

Ο δάσκαλος Μπλουμ έρχεται (τώρα και πάντα) αρωγός στην προσπάθεια: η ποίηση πάσης μορφής αναμέλπεται, εκφωνείται δυνατά (από στήθους, ακόμα καλύτερα), ούτως ώστε να αποτελεί μια ολοκληρωμένη οπτικοακουστική εμπειρία που μετατρέπει τον λόγο σε αίσθηση, σε βίωμα. Μολονότι θα ψευδόμουν αν έλεγα πως ακολούθησα πιστά τη συμβουλή καθ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ανάγνωσης, όταν επιλεκτικά το έπραξα υπήρξαν όντως παράγραφοι / στίχοι οι οποίοι κυριολεκτικά υλοποιήθηκαν εμπρός μου, απέκτησαν ουσία και βάρος, διέρρηξαν τον χρόνο και τον τόπο και με ρούφηξαν στη δίνη τους.

Δεδομένου πως ο Παπαγγελής στην εισαγωγή του αναλύει ενδελεχώς τα ζητήματα διακειμενικότητας, εκλεκτικής συγγένειας της Αινειάδας με τα προηγηθέντα ομηρικά έπη, θα καταθέσω την προσωπική μου αίσθηση. Το εναρκτήριο λάκτισμα είναι ξεκάθαρο. Ο Βιργίλιος δεν φείδεται πλείστες όσες αναφορές, δεν αποκρύπτει επιρροές και τα οφειλόμενα στον Όμηρο. Ταυτόχρονα όμως διαθέτει την απαιτούμενη από μια μεγαλοφυία οίηση, ώστε να δοκιμάσει την αιχμή του ποιητικού του ξίφους απέναντι σε έναν ογκόλιθο. Μην ξεχνάμε ότι έχουν μεσολαβήσει αιώνες στο μεταξύ, και πως στη σκευή του ο Βιργίλιος φέρει το απόθεμα του δραματικού λόγου όπως το παρέδωσαν οι μεγάλοι τραγικοί ποιητές.

Θα λέγαμε πως ο Βιργίλιος είναι ένας επίγονος, κάτι που εν προκειμένω δεν έχει την αρνητική χροιά που προσέδιδε ο Στάινερ στην έννοια. Ο Λατίνος ποιητής είναι ο ευτυχής κληρονόμος μιας παράδοσης την οποία τίμησε με τρόπο θαυμαστό, εισαγάγοντας το δραματικό ύφος στην επική αφήγηση. Καίτοι το έργο του αποτελεί συνέχεια, δεν καταφεύγει στην ανούσια μίμηση, βορά στις σκιαμαχίες του αδηφάγου χρόνου. Η Αινειάδα εντάσσεται στη νεωτερικότητα, καθώς στο επικό στοιχείο εμφιλοχωρούν θραύσματα υπαρξιακού προβληματισμού. Ο Αινείας, σε αντίθεση με τους αδαμάντινους και κάπως δισδιάστατους ομηρικούς ήρωες, αμφιβάλλει, άγεται και φέρεται από όλα εκείνα τα ηθικά διλήμματα που συνιστούν εν τέλει την τραγικότητα. Εκεί που το ομηρικό έπος, όπως θαυμαστά τονίζει ο μεταφραστής, παρουσιάζεται «ως ευθύγραμμο, άμεσο, μια συμπαγής αναπαράσταση, όχι αυτοστοχαστική…», το νεότερο έπος λοξοκοιτά προς τα πίσω, ώστε να οδηγηθεί πλησίστιο εμπρός. Για να επανέλθουμε στην εισαγωγική παράγραφο περί Φουκώ, ο ποιητής κατακερματίζει την ενότητα του παρελθόντος, αναψηλαφώντας το παραδεδομένο, εγκυμονώντας το μέλλον όπως αυτός το οραματίστηκε.

Η θεϊκή παρουσία –εσαεί παρούσα, ουδέποτε αμφισβητούμενη– κατευθύνει τις πράξεις των ηρώων, προφητεύοντας τα μελλούμενα, δικαιώνοντας τις πράξεις των τραγικών ηρώων που προσπίπτουν σε εκείνη διαρκώς για καθοδήγηση και αιτιολόγηση πράξεων (δικαίων και αδίκων). Τούτο όμως δεν εμποδίζει τους ήρωες (τον Αινεία πρώτιστα) να υποφέρουν, να αισθάνονται το άχθος της ύπαρξής τους, να αμφιβάλλουν και να συγκρούονται με τη συνείδησή τους και εκείνη των άλλων.

Όπως έχουμε διδαχθεί από το Αρχαίο δράμα, μεταξύ των στοιχείων που ορίζουν την τραγικότητα ενός προσώπου συμπεριλαμβάνονται τα αισθήματα ενοχής, η σύγκρουσή του με υπέρτερες δυνάμεις, η απότομη μεταστροφή της τύχης, αλλά και η επικράτηση μιας αναπόφευκτης μοίρας. Ο Αινείας είναι ο κατ’ εξοχήν τραγικός ήρωας, αλλά εν τινι μέτρω αυτό ισχύει και για τα άλλα dramatis personae του έπους. Από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις η Διδώ, η οποία περιθάλπει τον Αινεία, τον ερωτεύεται για να τον χάσει στη συνέχεια, καθώς εκείνος ακολουθεί την προδιαγεγραμμένη από τους θεούς μοίρα του. Ο διάλογός τους πριν από τον χωρισμό (και τη συνακόλουθη αυτοκτονία της) είναι συγκλονιστικός και παραπέμπει στις ομορφότερες στιγμές της δραματικής ποίησης: «Το δάκρυ μου και ο λόγος σου, αυτά και τίποτα άλλο η άμοιρη δεν έχω. Αναβολή και χρόνο σου ζητώ, για να παραδοθώ στη μοίρα μου, να μάθω να πονάω». Και σε αυτή την έκκληση, ο αμετάπειστος Αινείας θα απαντήσει: «Αν ήταν στο δικό μου ριζικό, να ορίζω τη ζωή μου όπως τη θέλω».

Όταν στη συνέχεια η Αφροδίτη ζητά από τον Ήφαιστο να φτιάξει μια νέα αρματωσιά για τον γιό της (όπως έπραξε η Θέτις για τον Αχιλλέα), είναι σαν να είμαστε παρόντες στην ίδια τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας. Ο Βιργίλιος μετατρέπεται αυτοστιγμεί σε θεό Ήφαιστο: Στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας, στα υπόγεια, απομονωμένος συνδαυλίζει το πυρ, ακονίζει την πένα, λιώνει το ατσάλι της έμπνευσης και σκαρώνει πανοπλία τρομακτική, απόκοσμης έμπνευσης, μεγαλειώδη. Το φυσερό της δημιουργίας ασθμαίνει ακάματα, οι στίχοι ρέουν, λιώνουν και παίρνουν το σχήμα τους αργά και σταθερά, υπό το άγρυπνο βλέμμα του δημιουργού. Όταν προβάλει το πρωί (χωλός, συχνά καταγέλαστος – τι σημασία όμως έχει το δέμας και η όψη του δημιουργού;) φέρνει στους θνητούς και τους αθανάτους που παρακολουθούν κραταιοί πλην όμως ανέμπνευστοι, το δημιούργημά του: την ποιητική του πανοπλία – καλύτερα, την πανοπλία για τον Αινεία και το έπος για εμάς τους βροτούς.

Τα παραδείγματα υψηλής αφηγηματικής τέχνης αφθονούν. Ενδεικτικά μόνον αναφέρω κάποια. Συγκλονιστική η περιγραφή της εξόδου όπου ο Νίσος και ο Ευρύαλος επιχειρούν ανεπιτυχώς να κατασκοπεύσουν τους αντιπάλους στον πόλεμο κατά των Ρουτούλων. Μάταιη όμως η έξοδός τους και ο επακόλουθος θάνατός τους: «Ένα μονάχα μπόρεσε: πολύ τον δυστυχή του φίλο να αγαπήσει». Και ο ποιητής συνεχίζει: «Μακάριοι και οι δυο σας! Μερτικό στη δύναμη ας έχουν τούτοι οι στίχοι, ποτέ για εσάς δεν θα έρθει ο καιρός που λησμονιά θα σβήσει το όνομά σας».

Για να ακολουθήσει στη συνέχεια ο σπαραγμός της μάνας του Ευρύαλου. Ποια ψυχή σύγχρονη, μέλλουσα δεν θα συγκλονιστεί από του ποιητή τους στίχους, τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρει τον πόνο της απώλειας; Τι μπορεί να είναι εκείνο που έχει δραστικά αλλάξει ανά τους αιώνες, ώστε κάποιος να ισχυριστεί πως οι στίχοι έχουν ατονήσει και ο αντίκτυπος που προκαλούν είναι αδρανής και αφλεγής; Το ερώτημα είναι προφανώς ρητορικό.

Στη συνέχεια, ο Αινείας σκοτώνει τον νεαρό Λαύσο που επιχειρεί να σώσει τον πατέρα του από βέβαιο θάνατο. Τον φόνο ακολουθεί η θλίψη για τον άδικο χαμό. Παραδίδει το σώμα στους συντρόφους του: «το κορμί ο ίδιος το σηκώνει από το χώμα – ασχήμιζε το αίμα τα μαλλιά που ήταν πάντα καλοχτενισμένα». Το κάλλος δεν εγκαταλείπει τον νεκρό, σε αντίθεση με την ψυχή που κατεβαίνει στον Άδη. Είναι η παρακαταθήκη στην αιωνιότητα, ο τρόπος του ποιητή για να δοξάσει το εφήμερο, τη νεότητα που υποκύπτει στον αδήριτο θάνατο, αλλά ταυτόχρονα γίνεται στίχος, αιώνιο παρόν, γίνεται ομορφιά προς τέρψιν των συγκαιρινών και των μελλοντικών αναγνωστών.

Το έπος βρίθει πολεμικών συγκρούσεων. Ο αναγνώστης βέβαια ανακαλύπτει σταδιακά πως υπάρχει τάξη, ισορροπία, αισθητική, ακόμα και στις βιαιότερες περιγραφές. Το φονικό έχει τους κανόνες του, την τελετουργία του. Οι άνδρες πεθαίνουν διότι καταρχάς είναι θνητοί. Διότι είναι έρμαια των βουλών των θεών, μα και των δικών τους επιθυμιών. Διότι επιζητούν το κλέος, την υστεροφημία. Διότι είναι αψήφιστα γενναίοι, αλλά και ασυλλόγιστα δειλοί. Ποτέ όμως δεν πεθαίνουν ακατονόμαστοι (σε συμφωνία με την ομηρική παράδοση). Ο άνδρας που συναντά τον θάνατο σε μάχη ονοματίζεται, ενίοτε παρατίθεται σύντομη αναφορά στην οικογένεια ή τη φυλή του. Ετούτο τον καθιστά άνθρωπο, υποκείμενο άξιο αναφοράς, όχι απλώς έναν άγνωστο στρατιώτη, αναπληρωματικό πολεμιστή που η ύπαρξή του συνεισφέρει στη δόξα του βασιλιά του. Κάτι τέτοιο δεν υφίσταται στον Όμηρο ούτε προφανώς στον Βιργίλιο. Ο ηττημένος κερδίζει από την αξία του νικητή, με συνέπεια να αναφέρεται στους αιώνες.

Ο θάνατος για τον Βιργίλιο είναι ηρωικός μεν, πένθιμος δε. Οι ψυχορραγούντες αφήνουν με θλίψη τον κόσμο, αναπολούν την πατρίδα και τους αγαπημένους τους προτού ενωθούν με τις σκιές. Ο ποιητής αποδίδει τιμή στους πεσόντες σε δίκαιο ή άδικο αγώνα, τυλίγοντάς τους με το πέπλο των στίχων του, το οποίο θα τους συνοδεύσει στο φριχτό ταξίδι τους στον κάτω κόσμο. Εκείνη τη στιγμή αίρει τον εαυτό του πάνω από τα ανθρώπινα, μετατρέπεται σε Θεό που επιχειρεί να επανορθώσει κατάφωρη αδικία (τι πιο άδικο από την ανελέητη σφαγή νέων και μη ανθρώπων στο πεδίο της μάχης), παρεμβάλλοντας την πένα του ως ασπίδα: «Κι αν η μοίρα σας οδήγησε πρόωρα στον θάνατο, οι στίχοι μου θα σας προσφέρουν ανάπαυση, αναγνώριση, την παρηγοριά της αιωνιότητας» μοιάζει να λέει. Ο θάνατος ποτέ δεν είναι οριστικός όσο υπάρχει η τέχνη. Ομοίως, ο άνθρωπος που δημιουργεί παραμένει αθάνατος, χτίζει για τον εαυτό του και τους γύρω του μια τάφρο στην οποία ρυθμικά χυμάνε τα κύματα του χρόνου και του αναπόφευκτου.

Αντί επιλόγου

«Τι είναι τελικά η Αινειάδα;» θα αναρωτηθεί ο σύγχρονος αναγνώστης, ο οποίος εθισμένος στην ταχεία αναλγητική επίδραση των λογοτεχνικών συμπληρωμάτων βλέπει με περισσή δυσπιστία ένα μεγάλης έκτασης κείμενο που μέσα από τους αιώνες παρατηρεί αφ’ υψηλού το ψηφιακό μας παρόν, απαιτώντας σιωπή, στάση, περισυλλογή, υπομονή. Η Αινειάδα είναι, αποφαντικά, το όνειρο του δημιουργού της, ένα κύημα (και κύμα) αστείρευτης έμπνευσης, η θαλερή όψη της ζωής κάθε φορά που μιμείται –ατυχώς– την τέχνη. Ο Βιργίλιος συμπλέκει το μυθικό με το ρεαλιστικό, υπακούει και προσεύχεται σε δυνάμεις ανώτερες από αυτόν (στο ομηρικό παρελθόν και στο Δωδεκάθεο). Ταυτόχρονα όμως, ως γνήσιος καλλιτέχνης, αποδομεί, εξεγείρεται, επαίρεται και πλάθει στα κρυφά πηλό με βλάσφημα υλικά. Αυτή είναι η διττή φύση, η κατάρα του καλλιτέχνη: εκεί που προσπίπτει σε προγόνους, εξουσίες και θεούς, την ίδια στιγμή να ενίσταται, να λοιδορεί και να «εμφαίνει καταγωγικούς δεσμούς» με όλα όσα θεωρεί συγγενικά στην τέχνη του.

Ο σύγχρονος αναγνώστης καλείται να μοιραστεί το όνειρο της δημιουργίας αυτής, να εμβαπτιστεί στην ποιητική ουσία, να δοξάσει τους θεούς της και να γιορτάσει το ταπεινό και το υψηλό της ύπαρξής του δίπλα στον ποιητή. Τίποτε λιγότερο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s