Μολλόυ – Σ. Μπέκετ

Ανέκαθεν ο δραματικός μονόλογος (piece en monologue) μου άφηνε μια επίγευση εγκλωβισμού. Εν μέρει οφείλεται στην απουσία ενδοκειμενικής αλληλεπίδρασης χαρακτήρων, δίχως την ψευδαίσθηση διαμεσολάβησης που αφήνει η παρουσία διαλόγου, τη θαλπωρή που προσφέρει ένας τουλάχιστον χαρακτήρας με τον οποίο μπορείς να ταυτιστείς. Ο μονόλογος δεν προσφέρει αυτή την ανακούφιση, με αποτέλεσμα να απομένει η απευθείας επαφή του συγγραφέα με τον αναγνώστη, μια απογυμνωμένη ζεύξη (εν δυνάμει), ένα περίκλειστο συνεχές, ενίοτε στα όρια του αυτισμού, περιδινούμενου αλυτρωτικά.

Αυτού του είδους η αμεσότητα που συμπαρασύρει τον αναγνώστη σε έναν δημιουργικό ορίζοντα συμβάντων αποτελεί τη μία όψη του νομίσματος. Αφενός, καθότι ο μονόλογος μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί cul-de-sac, ανάπηρο αλυσιτελές, λόγος παροπλισμένος δίχως έρμα, δίχως κέντρο βάρους. Η συνεχής ροή προτάσεων και παραγράφων που ακολουθούν απνευστί η μία την άλλη απαιτούν σταθερά θεμέλια για να λειτουργήσουν, ώστε το καράβι του αναγνώστη να μην παραδέρνει μεσοπέλαγα σε μια τρικυμία λέξεων. Τούτο προϋποθέτει σταθερή γραμμή πλεύσης και συγγραφέα με χέρι σταθερό.

Αφετέρου, ενίοτε ο μονόλογος αποδεικνύεται λόγος ανοχύρωτος απέναντι στον στόμφο και τη μεγαλομανία του δημιουργού του που υπό το βάρους του εγωκεντρισμού του αποδεικνύεται αφόρητα αυτό-αναφορικός και λεκτικώς αυνανιστικός. Πλείστες τέτοιες περιπτώσεις μας έχει χαρίσει η λογοτεχνική παραγωγή, με αποτέλεσμα την κόπωση και τη συνακόλουθη ανία του αναγνώστη.

Ο Μπέκετ δεν υποπίπτει σε κανένα από τα προηγηθέντα παραπτώματα. Οι μυθιστορηματικοί του μονόλογοι, τμήμα και συνέχεια του θεατρικού του έργου, κατέχουν ιδιαίτερη θέση στο corpus που μας έχει παραδώσει. Ό,τι παρατέθηκε ανωτέρω ως αρνητικό, στον «Μολλόυ» (το 1ο μέρος της τριλογίας) αποκτά θετική διάσταση και όψη. Η πνοή της Δημιουργίας λαμπαδιάζει τις σελίδες, άπαντα τα γραφόμενα μοιάζουν τακτικώς ερριμένα, με μέτρο και ουσία.

Ο κόσμος στον οποίο κατοικεί ο συγγραφέας Μπέκετ, έχει ήδη ειπωθεί πολλάκις, δεν διαθέτει όνομα, μπορεί να είναι όποιος, όπου. Το αυτό ισχύει και για τους χαρακτήρες που απλά φέρουν ένα όνομα (καμιά φορά και περισσότερα από ένα) ως ταυτότητα. Ο χρόνος είναι το παρόν, ένα αέναο παρόν που δεν διαφέρει ριζικά από το παρελθόν, ενώ το μέλλον είναι μια επανάληψη, μια πιθανότητα αλλά όχι κάτι στο οποίο μπορεί κάποιος να προσβλέπει. «Γιατί πού να βρεθεί τέλος σε αυτή την έρημο, όπου τίποτε δεν στάθηκε ποτέ όρθιο, ούτε καν ένα απλούστατο υπόστρωμα, κι όπου φως αληθινό δεν υπήρξε ποτέ, τίποτε άλλο από τα σκυφτά τούτα πράγματα που γκρεμίζονται και γίνονται θρύψαλα κάτω από έναν ουρανό χωρίς μνήμη από μέρα ή ελπίδα για νύχτα.»

Ο εγκλωβισμός είναι, όπως προαναφέρθηκε, η βασική καθοδηγητική αρχή. Αν υπάρχει κάπου κάποιος οδικός χάρτης που οδηγεί εκτός της φυλακής που κάποιος, κάπου, κάποτε έχει χτίσει για να περιλάβει τη ζωή των πρωταγωνιστών (ή μήπως είναι μόλις ένας;) και των συνοδοιπόρων τους, αυτόν τον κρατάει επτασφράγιστο μυστικό ο συγγραφέας. Αίφνης, ο αναγνώστης βρίσκεται in medias res, σε έναν Τζοϋσικού ύφους εσωτερικό μονόλογο, κληθείς να ξεδιαλύνει το κουβάρι της πλοκής. Γίνεται άμεσα κατανοητό πως ο Μπέκετ δεν προτίθεται να προσφέρει κάποιον μίτο, προκειμένου να διευκολύνει την αναγνωστική απόλαυση. Η τελευταία επέρχεται ως βάλσαμο σταδιακά, καθώς ο Αισθητικός αναγνώστης αφήνεται στη μαγεία του κενού, αιωρούμενος πάνω από αυτό με μόνη του σανίδα σωτηρίας τη φαντασία και την υπομονή.

Θεωρώ πως αν υπάρχει κάτι μαγικό στη Μεγάλη Τέχνη, είναι ακριβώς αυτή η απουσία σταθερότητας, βάσης, οικείου πλαισίου που είναι τόσο απαραίτητη στην καθημερινότητά μας. Αυτή η αρνητική διάσταση που αντιπαρατίθεται στο θετικό υπάρχον, συνιστά μια μικρής έκτασης Κοσμογονία που συντελείται εντός μας όποτε ερχόμαστε σε επαφή με ένα έργο τέχνης που απεκδύεται τον παρηγορητικό του ρόλο, εγκαλώντας μας και ανασκαλεύοντας τις βεβαιότητές μας. Αυτή είναι και η επαναστατική ουσία της Τέχνης, η μόνη ή οποία προσφέρει νόημα στη ματαιότητα της ύπαρξής μας.

Ο Μπέκετ στέκει σηματωρός σε αυτό ακριβώς το σημείο, αποκρύπτοντας εκούσια τη γενική εικόνα, το όλον, προσφέροντας θραύσματα, σταγονίδια δράσης, συγκεκαλλυμένα από έναν ιστό σκέψεων, συχνά κινούμενων βουστροφηδόν, σπάνια ολοκληρωμένων, συχνότερα διακεκομμένων. Οι σελίδες του βιβλίου μοιάζουν με κινούμενη άμμο, στην οποία όμως ο αναγνώστης καλείται να εισέλθει εκών άκων, καθότι μόνο εφόσον βυθιστεί πλήρως θα μπορεί να απολαύσει τα γραφόμενα που αρνούνται να αποκαλυφθούν σε όσους έχουν μάθει να αναζητούν διόδους, γέφυρες, διεξόδους και ασφαλείς πορείες.

Θα μπορούσε κάποιος να δει το βιβλίο ως ένα ατελείωτο μονοπλάνο, το οποίο διακόπτεται περίπου στο μέσο προκειμένου να αλλάξει ο πρωταγωνιστής αμφίεση, συνεχίζοντας απαρέγκλιτα ως το τέλος. Η χρήση του μέσου αυτού χαρίζει στον αφηγητή τη δυνατότητα να χαλιναγωγήσει την ανάγκη του αναγνώστη για τις παραδοσιακές αφηγηματικές τακτικές: ανάπαυλα, μικρές στιγμές νηνεμίας, ακολουθούμενες από εξάρσεις, διακυμάνσεις εντέχνως σχεδιασμένες που καθοδηγούν τον παθητικό δέκτη τους προς τη θεαματική ολοκλήρωση. Φευ, ο Μπέκετ δεν προσφέρει παραμυθία του είδους: Η επιμέρους πρόταση, στο μέσο του βιβλίου είναι εξίσου σημαντική και απαραίτητη όσο η αρκτική ή η καταληκτική. Ακόμα καλύτερα, το τέλος θα μπορούσε άνετα να είναι η αρχή, όπως και το μέσον (στην αλλαγή του κεφαλαίου και του αφηγητή) κάλλιστα μπορούσε να εκκινεί το βιβλίο, χωρίς να αλλάζει κάτι επί της ουσίας. Η λογική του εγκλεισμού, του αχρονικού, ου-τοπικού (δυστοπικού, για την ακρίβεια) κόσμου επιτάσσει τη χρήση αυτού ακριβώς του εκφραστικού modus.

Και τι μένει; Ποιο είναι το νόημα, ποια η απάντηση του συγγραφέα, ο οποίος αρνείται στον αναγνώστη του το στοιχειώδες: την ταύτιση, τη λύση, την ελπίδα; Απαντά εμμέσως: «Ξέρω μόνο όσα ξέρουν οι λέξεις, και τα πεθαμένα πράγματα, κι αυτά μας κάνουν ένα ωραίο αθροισματάκι, με αρχή και μέση και τέλος, όπως σε καλοδουλεμένες φράσεις και στη μακριά σονάτα των νεκρών.» Ξανά τίποτε άμεσα κατανοητό, τίποτε χρηστικό. Τουναντίον, ακόμα πιο κρυπτικό, επαμφοτερίζον, αμφίσημο, αμιγώς καλλιτεχνικό.

Και μια πιθανή «μετάφραση», ετούτη: Αν κάτι μεσολαβεί μεταξύ της αρχής και του τέλους της ύπαρξής μας είναι οι λέξεις, «οι καλοδουλεμένες φράσεις». Εν αρχή η Τέχνη, λοιπόν, που δίνει νόημα και ζωή στα νεκρά πράγματα και στο τέλος ο θάνατος, ανεκτός αποκλειστικά μέσω της τέχνης. Ίσως…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s