Δόκτωρ Ζιβάγκο – Μπ. Παστερνάκ

Η Ρωσία είναι μια χώρα που παρήγε -όπως είχε αρχικά ειπωθεί για τα Βαλκάνια- πολύ περισσότερη ιστορία από όση μπορούσε να καταναλώσει, με τίμημα σε ανθρώπινο πόνο και αίμα. Κινείτο δε σταθερά στο μεταίχμιο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, παραπαίοντας ανάλογα με τη θέληση των κατά καιρούς κρατούντων την εξουσία πότε στη μία και πότε στην άλλη πλευρά, υποκύπτοντας συχνότερα στον ασιατικό Δεσποτισμό και στο κνούτο, πιο σπάνια δε στα εκ δυσμών νάματα του Διαφωτισμού.

Σε αυτό συνετέλεσε βεβαίως και η ριζωμένη Ορθόδοξη συνείδηση, μα και το αναντίρρητο γεγονός πως κατά καιρούς οι άρχουσες τάξεις της χώρας (ξεκινώντας από τους Τσάρους, συνεχίζοντας «επιστημονικά» με τους Μπολσεβίκους, καταλήγοντας στον σταλινικό ολοκληρωτισμό) κήρυσσαν τον πόλεμο στους πολίτες της χώρας τους.

Προφανώς, τα περισσότερα από τα προηγηθέντα είναι γνωστά, και αναπόφευκτα έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στην πνευματική ζωή της Ρωσίας – η ζωή αυτή παρουσιάζει δε ιδιαίτατο ενδιαφέρον, καθώς αναγκαζόταν συνήθως να κινείται υπογείως και πλαγίως, αντίθετα με το κύριο ρεύμα, ώστε να ξεγελάσει τους κρατούντες και να προστατευτεί από τις κρατικές παρεμβάσεις σε όλες τις φάσεις της ιστορίας (ακόμη και στις μέρες μας). Τεράστιου βεληνεκούς ποιητές (Πούσκιν, Μαγιακόφσκι) και λογοτέχνες (Τολστόι, Ντοστογιέφσκι) μεγαλούργησαν σε αντίξοες συνθήκες, αφήνοντας έργα που δεν έχουν εισέτι ξεπεραστεί.

Πνευματικό τέκνο αυτών και ο Μπόρις Παστερνάκ, συνέγραψε σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, όπου η μέγγενη του σοβιετικού ολοκληρωτισμού αφαιρούσε ακόμα και από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές του καθεστώτος τις ελπίδες που τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης είχαν ξυπνήσει. Σταυροφόροι της νέας εποχής, διανοούμενοι που ταυτίστηκαν με το ευφρόσυνο πνεύμα ελευθερίας (ουσιαστικά με το ελευθεριακό πρόταγμα του Διαφωτισμού που έφερνε μέσα του ο σοσιαλισμός), είδαν σταδιακά την Ιδέα να υποτάσσεται στην ολοκληρωτική/ ασιατική εκδοχή της, διαλύοντας τις όποιες ψευδαισθήσεις.

Ο «Δόκτωρ Ζιβάγκο» είναι ένα έργο της εποχής του. Έργο ενός συγγραφέα-διανοούμενου που μεγάλωσε σε ένα καθαρά αστικό/καλλιτεχνικό περιβάλλον και ανδρώθηκε σε μια περίοδο σημαντικών ανακατατάξεων και ανατροπών, επίγονος βαριάς λογοτεχνικής παράδοσης.

Αν και από τις σελίδες του ογκώδους αυτού κειμένου περνούν πολλά πρόσωπα (ίσως περισσότερα απ’ όσα ο συγγραφέας μπορεί να διαχειριστεί), προς το μέσον αντιλαμβανόμαστε πως ο βασικός ήρωας είναι ο Δρ. Ζιβάγκο και η τραγική πορεία του από την παιδική ηλικία ως τον τάφο. Ο ανέστιος ήρωας περιφέρει τη φασματική του ύπαρξη στα άδεια και παγωμένα τοπία της Ρωσίας, ταυτόχρονα όμως γεμάτα με φιγούρες της υπαίθρου, με φαντάσματα της επανάστασης ή της αντεπανάστασης (δεν έχει την παραμικρή σημασία) που παραδέρνουν όλοι μαζί χωρίς ελπίδα, παρά μόνο με την κεκτημένη ταχύτητα που τους προσφέρει το zeitgeist, καύσιμη ύλη στην πυρά της μεγάλης Ιδέας της Επανάστασης.

Αλλά ακόμα και τα αστικά τοπία, οι πόλεις (η Μόσχα, μεταξύ άλλων) φαίνονται ακατοίκητες, άδειες από ανθρώπους, γεμάτες όμως από στρατό, από επιτροπές, από Σοβιέτ, από τη μαγιά εκείνη που κατέληξε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή παραπετάχτηκε στο περιθώριο της ιστορίας. Και ο Ζιβάγκο εν μέσω αυτών, με τον μεγάλο του έρωτα για τη Λαρίσα, δύο ανθρώπινες, καθόλου συγκαιρινές με την εποχή τους φιγούρες, μοιάζουν σαν να έχουν ξεπεταχτεί από τις σελίδες εκείνων των μεγάλων μυθιστορημάτων που αγάπησε παράφορα ο Παστερνάκ. Αταίριαστοι, απόκληροι, θυμίζοντας χορευτές σε άδειο ανάκτορο (που κάποτε ήταν η Ρωσία), περιστρέφονται ερήμην στις κενές σάλες, με τα φαντάσματα του παρελθόντος να τους συνοδεύουν, δίχως άλλο έρμα πλην εκείνου της αδελφότητας των ψυχών, εγκλωβισμένες στον ατέρμονο βρόχο της ιστορικής αναγκαιότητας, του αδελφοκτόνου εμφυλίου και των ματαιωμένων ελπίδων.

Το δίπολο Έρωτας/ Τέχνη αναλαμβάνει τα ηνία προς το τέλος του βιβλίου, οπότε ο λυρισμός (σε σημεία μελοδραματικός) προετοιμάζει το έδαφος για την κατάληξη. Τα όνειρα και οι προσδοκίες θα συγκρουστούν με τη ζωή που ακολουθεί τους δικούς της κανόνες, απαιτώντας σάρκα και αίμα για να κινήσει τις μηχανές της. Ούτε μία ακτίδα φωτός δεν μπορεί να διαφύγει από τη μαύρη τρύπα της επαναστατικής εποχής (όπως τη βίωσε και ο ίδιος ο συγγραφέας), καθώς τα ατομικά πεπρωμένα υποκλίνονται στο συλλογικό – μάρτυρες κι αυτά ενός παρελθόντος από το οποίο αποκόπηκαν βίαια, μια θνησιγενής γέννα, μια θυσία σε έναν άγνωστο θεό που διψά για αίμα, υποσχόμενος για μια φορά ακόμα τη Βασιλεία του επί της Γης. Ο Ζιβάγκο, ως ο τελευταίος Ρώσος διανοούμενος, (συνεχιστής μια μακράς αλυσίδας πνευματικών ανθρώπων) θα υποκύψει στον ολοκληρωτισμό.

Δικαίως οι λογοκριτές του σοβιετικού καθεστώτος θεώρησαν το έργο αντεπαναστατικό. Δικαίως το απαγόρεψαν, καθώς ο Ζιβάγκο είναι ξεκάθαρα νοσταλγός – όχι όμως της τσαρικής εποχής, τουναντίον, αλλά μιας ανεκτικής, καλλιτεχνικά επαναστατικής, ατομοκεντρικά σοσιαλιστικής, τολστοϊκά χριστιανικής, τελικά όμως ουτοπικής και ανέφικτης. Οι γραφειοκράτες του μηχανισμού δεν αρνήθηκαν τη λογοτεχνική αξία του βιβλίου. Αυτό που ορθά διέκριναν στις σελίδες αυτές ήταν η κραυγή ενός διανοούμενου (ταυτιζόμενου με τον γιατρό/ ποιητή Γιούρι Ζιβάγκο), ο οποίος αναζήτησε τη γαλήνη, την αγάπη, την τέχνη και πουθενά δεν τη βρήκε από τη Μόσχα ως τη Σιβηρία – έπηλυς σε μια χώρα που δεν τον ανέχτηκε, δεν τον περιέθαλψε, μια Ρωσία που πλέον ζούσε αποκλειστικά στις αναμνήσεις του.

Κι αν υπάρχει κάποια σημαντική ένσταση από μέρους μου, αυτή εδράζεται στην αναπόφευκτη σύγκριση με την αρχετυπική αφήγηση του τρισμέγιστου Τολστόι, στον οποίο ομνύει και ο ίδιος ο Παστερνάκ. Πλην του Ζιβάγκο, είχα την αίσθηση πως οι λοιποί χαρακτήρες απλά περιφέρονταν στις σελίδες, υποστηρικτικά εισερχόμενοι και εξερχόμενοι όποτε το απαιτούσε η στιγμή, μονοδιάστατες φιγούρες, συμπληρωματικές τής δράσης. Το αποτέλεσμα ήταν πως στο μεγαλύτερο μέρος του έργου παρέμεινα σχετικά αδιάφορος για τη μοίρα τους. Είχα δε την εντύπωση, κατά τόπους, πως αίφνης η φύση γινόταν ο βασικός χαρακτήρας, μιας και ο Παστερνάκ γέμιζε με αξιοζήλευτο τρόπο σελίδες επί σελίδων με πανέμορφες περιγραφές. Η αλληλεπίδραση φύσης και ανθρώπων, καίτοι σπάνιου ποιητικού κάλλους, απέβη εις βάρος των χαρακτήρων.

Πιστεύω, τελικά, πως ο συγγραφέας υπέκυψε στον ποιητή, με αποτέλεσμα ένα ελλιποβαρές έργο, μεγάλης ψυχικής δύναμης, περίσσιου θάρρους, αλλά σαφώς δυσανάλογης λογοτεχνικής αξίας, συγκρινόμενο με ολοκληρωμένα αριστουργήματα όπως το «Πόλεμος και Ειρήνη».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s