Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών – Μ. Προυστ

1η δημοσίευση Book Press:

Η τέχνη της ανάδειξης του επουσιώδους

Τι είναι σημαντικό και τι ασήμαντο ως δομικό υλικό σε ένα μυθιστόρημα και εν γένει στην Τέχνη; Πώς στοιχειοθετείται η ιδιαιτερότητα και πώς ορίζεται το μείζον γεγονός; Εφόσον, καταρχάς, αποδεχτούμε πως κάθε έργο τέχνης είναι ένας κόσμος δημιουργηθείς εκ του μηδενός από τον συγγραφέα του, προφανώς εκείνος είναι κι ο μόνος κριτής και ύπατος ρυθμιστής (σίγουρα πάντως όχι η εποχή του ή οι προσδοκίες και οι προτιμήσεις της αφαίρεσης που αποκαλούμε «κοινό»).

Αυτή ακριβώς η διάκριση του ουσιώδους από το επουσιώδες ήταν μία από τις πρώτες σκέψεις που έκανα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του Στη σκιά των ανθισμένων κοριτσιών. Συγκεκριμένα, η αναγωγή του –θεωρητικά (και πρακτικά ίσως)– ασήμαντου γεγονότος σε σημαίνον αποτελεί βασικό στοιχείο για την κατανόηση ή/και τη μέθεξη με το πολυπρισματικό αυτό κείμενο.

Η καθημερινότητά μας ως έλλογων όντων βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στη διάκριση αυτή (προς όφελος σχεδόν πάντα του «ουσιώδους», όπως κι αν το εννοούμε αυτό). Εντούτοις, αυτό που ισχύει για τη ζωή παύει να ισχύει στην τέχνη. Κάθε φορά που ανοίγουμε ένα βιβλίο άξιο λόγου (και πόσα λόγου αξιότερα από το έργο του Προυστ;) ενδόμυχα αναμένουμε την απόλυτη ανατροπή: τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του Ήσσονος, την ανάδειξή του σε Μείζον, το αναποδογύρισμα της κλεψύδρας με τον χρόνο (έννοια-κλειδί εδώ!) να κυλάει προς τα πίσω, με το παρόν να είναι παρελθόν και την ανάμνηση μιας στιγμής (ενός δείπνου, ενός φιλιού, ενός αποχαιρετισμού), να έχει μεγαλύτερη αξία από το όποιο καταγεγραμμένο ιστορικό γεγονός αποκαλυπτικής σημασίας για τα ανθρώπινα. Εκεί όμως κρύβεται και η επαναστατική δύναμη της Τέχνης – όχι στις διακηρύξεις της, όχι στα μηνύματά της, αλλά στον τρόπο που αναδιατάσσει τον λόγο και ρίχνει το φως της στο χθαμαλό, στο χθόνιο και στο κρύφιο, ανάγοντάς το σε αιώνιο, σε ατέρμονο, σε ιδιάζον (έστω και ειδεχθές).

Από λογοτεχνικής πλευράς, και στον 2ο τόμο του μνημειώδους Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο το σημαντικό και το ασήμαντο συνυφαίνονται, αλλά ταυτόχρονα και τα δύο υποχωρούν και υποκλίνονται στα καταιγιστικά πυρά του χρόνου. Ο δημιουργός «συγκεχυμένα ανασύρει τα λησμονημένα» με τον εμβρυουλκό από το παρελθόν, τα μεταφέρει στο δικό του ατέρμονο παρόν, τα μεταστρέφει και τα παραδίδει στο μέλλον (στους ανδρείους της λογοτεχνικής ηδονής) – ποτέ όμως ως απτή πραγματικότητα, χωρίς πρόθεση ρεαλιστικής απόδοσης ή ιστορικής αλήθειας. Τίποτε δεν προσφέρεται προς εργαλειακή χρήση στο έργο του Προυστ. Καμία γνώση της εποχής, του κοινωνικο-ιστορικού γίγνεσθαι των αρχών του 20ού αιώνα. Αυτό είναι έργο των ιστορικών, όχι όσων πλάθουν τον μύθο.

Αν, σύμφωνα με τον Στεντάλ, «η τέχνη στήνει τον καθρέφτη της απέναντι στο υπάρχον» (σε σκοτεινούς ή φωτεινούς τόνους δεν έχει σημασία), ο Προυστ προχωρά ένα βήμα πιο πέρα και στήνει ένα πλήρες καλειδοσκόπιο. Η ίδια η ερμηνεία της λέξης «καλειδοσκόπιο» μας προσφέρει ένα ακόμα κλειδί για την κατανόηση αυτού του πυκνού και δυσπρόσιτου κειμένου: «Κάτοπτρα που αντανακλούν το εισερχόμενο φως με τέτοιο τρόπο, ώστε εμφανίζονται συμμετρικές εικόνες από τα μικρά κομμάτια γυαλί». Ο συνθέτης/δημιουργός χωροθετεί και χορογραφεί μικροσκοπικούς καθρέφτες που αντανακλούν, διαθλούν και διαμελίζουν το παρελθόν, συνυφαίνοντάς το κατά βούληση με το παρόν. Ο ίδιος ο συγγραφέας είναι τελικά ένα μέγα πρίσμα και τα πάντα (δηλαδή ο κατά Προυστ κόσμος) φιλτράρονται υπό μορφή σκέψεων και συναισθημάτων, τα οποία μεταφέρονται στο χαρτί.

Το παρόν στο έργο του ιδιοφυούς λογοτέχνη είναι ο τόπος, μια ερημική έκταση, ένας κενός χάρτης που περιμένει να οριοθετηθεί, να εποικισθεί από την τέχνη του, καθώς δεν προϋπάρχει παρά μόνο ως αποκύημα της φαντασίας του. Τα πρόσωπα που το κατοικούν είναι περισσότερο οπτασίες, φασματικές μορφές, που ενσαρκώνονται σύμφωνα με τις λογοτεχνικές ανάγκες του Προυστ, επενδύουν με μουσικό/ποιητικό τρόπο τις σελίδες και στη συνέχεια αποσύρονται διακριτικά στο παρασκήνιο ή χάνονται στη λήθη. Η απώλεια όμως αυτή δεν δημιουργεί αντίστοιχα αισθήματα στον αναγνώστη, καθώς η ταύτιση με ένα μετείκασμα δεν μπορεί παρά να λειτουργεί αποκλειστικά σε αισθητικό επίπεδο. Όπως δηλαδή το επιθυμεί και ο ίδιος ο συγγραφέας, για τον οποίον οι αναμνήσεις και οι άνθρωποι αλληλοπεριχωρούνται, με το πρώτο στοιχείο (της μνήμης) να κυριαρχεί σαφώς απέναντι στο δεύτερο (τα άτομα), καθώς αυτό είναι που προσδίδει λογοτεχνική υπόσταση.

Από την άλλη πλευρά, το παρελθόν παραμένει ο εσαεί Παράδεισος, απολεσθείς μεν, δυνάμει δε ανακτήσιμος μέσω της δημιουργικής ορμής του συγγραφέα που αναπλάθει, αναδομεί, αναδημιουργεί. Το βιωμένο υποκύπτει στη σαγήνη της μνήμης, η οποία καλλωπίζει, λειαίνει, θάλπει. Ακόμα και οι τραυματικές εμπειρίες κλίνουν το γόνυ στην επωδή της ανάμνησης, δηλαδή στη λογοτεχνική ανάπλασή τους, στο αισθητικό ρετουσάρισμα που λειτουργεί ως αυτοάνοσο της πραγματικότητας.

Ο λογοτεχνικός ιμπρεσιονισμός του Προυστ, όπου τα πάντα καταυγάζονται από το αγλαό φως της τέχνης του, αποτελεί εξίσου σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση. Οι λέξεις αποτελούν την καταγραφή της εντύπωσης που αφήνει ο χρόνος στον εσώτερο οφθαλμό του καλλιτέχνη, η απόδοση του ενυπάρχοντος, όχι βέβαια η αναπαραστατική ρεαλιστική περιγραφή. Ο καμβάς της δημιουργίας γεμίζει με λεκτικά χρώματα, με φασματικές παραστάσεις, με ονειροφαντασίες, ασυνήθιστες οπτικές γωνίες και έμφαση στο φως. Ολοκληρώνω το σύντομο αυτό σημείωμα με τα λόγια του σπουδαίου δασκάλου Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, ο οποίος στις λαμπρές διαλέξεις του συνόψιζε το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» ως εξής: «Το σύνολο του έργου είναι ένα κυνήγι θησαυρού, όπου ο χρόνος είναι ο θησαυρός και το παρελθόν η κρυψώνα του».Προυστ, επενδύουν με μουσικό / ποιητικό τρόπο τις σελίδες και στη συνέχεια αποσύρονται διακριτικά στο παρασκήνιο ή χάνονται στη λήθη. Η απώλεια όμως αυτή δεν δημιουργεί αντίστοιχα αισθήματα στον αναγνώστη, καθώς η ταύτιση με ένα μετείκασμα δεν μπορεί παρά να λειτουργεί αποκλειστικά σε αισθητικό επίπεδο. Όπως δηλαδή το επιθυμεί και ο ίδιος ο συγγραφέας, για τον οποίον οι αναμνήσεις και οι άνθρωποι αλληλοπεριχωρούνται, με το πρώτο στοιχείο (της μνήμης) να κυριαρχεί σαφώς απέναντι στο δεύτερο (τα άτομα), καθώς αυτό του προσδίδει λογοτεχνική υπόσταση.

Από την άλλη πλευρά, το παρελθόν παραμένει ο εσαεί Παράδεισος, απολεσθείς μεν, δυνάμει δε ανακτήσιμος μέσω της δημιουργικής ορμής του συγγραφέα που αναπλάθει, αναδομεί, αναδημιουργεί. Το βιωμένο υποκύπτει στη σαγήνη της μνήμης, η οποία καλλωπίζει, λειαίνει, θάλπει. Ακόμα και οι τραυματικές εμπειρίες κλίνουν το γόνυ στην επωδή της ανάμνησης, δηλαδή στη λογοτεχνική ανάπλασή τους, στο αισθητικό ρετουσάρισμα που λειτουργεί ως αυτοάνοσο της πραγματικότητας.

Ο λογοτεχνικός Ιμπρεσιονισμός του Προυστ, όπου τα πάντα καταυγάζονται από το αγλαό φως της τέχνης του, αποτελεί εξίσου σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση. Οι λέξεις αποτελούν την καταγραφή της εντύπωσης που αφήνει ο χρόνος στον εσώτερο οφθαλμό του καλλιτέχνη, η απόδοση του ενυπάρχοντος, όχι βέβαια η αναπαραστατική ρεαλιστική περιγραφή. Ο καμβάς της δημιουργίας γεμίζει με λεκτικά χρώματα, με φασματικές παραστάσεις, με ονειροφαντασίες, ασυνήθιστες οπτικές γωνίες και έμφαση στο φως.

Ολοκληρώνοντας, παραχωρώ τον λόγο στον Δάσκαλο Ναμπόκοφ που στις λαμπρές διαλέξεις του, συνοψίζει ως εξής το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο»: «Το σύνολο του έργου είναι ένα κυνήγι θησαυρού, όπου ο χρόνος είναι ο θησαυρός και το παρελθόν η κρυψώνα του».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s