Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά – Λ. Παδούρα

Δεν υπάρχει ένα και εξαρχής καθορισμένο «raison d’être» για τη λογοτεχνία, και την τέχνη γενικότερα, και ίσως δεν θα έπρεπε. Σίγουρα η Μεγάλη Λογοτεχνία δεν χρήζει υποστήριξης, καθότι από μόνη της μαρμαίρει την πλάση, αποτελώντας το μέγα «πρώτο κινούν ακίνητον». Τι συμβαίνει όμως με τη μικρότερη, εκείνη που δεν δημιουργεί καθ’ ομοίωσή της τον κόσμο, αλλά κατά κάποιον τρόπο υφίσταται για να γεμίζει τις χαραμάδες του χρόνου; Την αποκαλούμε συχνά και εμπορική / ψυχαγωγική λογοτεχνία και έχει το μερίδιο που της αξίζει.

Η λογοτεχνία του Παδούρα, θεωρώ, είναι αυτής της μορφής. Και όπως προεξόφλησα δεν είναι μεμπτή, αρκεί να τηρεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Κυρίως εσωτερικής ενότητας. Τουτέστιν, τα επιμέρους στοιχεία της να δένουν αρμονικά, έστω χωρίς υφολογικές καινοτομίες (ίδιον της Μεγάλης Αδελφής της), αλλά με πάθος, όραμα και στόχο. Σίγουρα να είναι τέτοια που να ικανοποιεί τον Σημαντικό αναγνώστη (Semantic reader, κατά Ο. Έκο), ο οποίος είναι δέσμιος της πλοκής περισσότερο, παρά του Ύφους. Όχι, δεν είναι κάτι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Απαιτεί ταλέντο, προσήλωση και σκληρή δουλειά.

Ο Παδούρα είναι ένας συγγραφέας ψυχαγωγικής λογοτεχνίας, πρώτης γραμμής. Γνωρίζει το πεδίο, το έχει ιχνηλατήσει, ρίχνοντας με παρρησία τα στρατεύματά του στη μάχη. Διαθέτει το ταλέντο, τον τρόπο να χειραγωγεί το υλικό και τον αναγνώστη του, ωθώντας τον σελίδα τη σελίδα ως το πέρας, με προσοχή στη λεπτομέρεια, χωρίς να αναλώνεται σε άσκοπες επιδείξεις. Η εμπεριστατωμένη χρήση των ιστορικών στοιχείων, τα παραλειπόμενα της ιστορίας (ο Ισπανικός Εμφύλιος, η Ρωσική Επανάσταση κ.ο.κ.) συνυφαίνονται αρμονικά με τα ατομικά πεπρωμένα, δημιουργώντας στον αναγνώστη αίσθηση συμμετοχής στο ιστορικό γίγνεσθαι, ενώ ταυτόχρονα ο συγγραφέας δεν υπολείπεται των αμιγώς μυθοπλαστικών του καθηκόντων.

Καίτοι πολυσέλιδο, το βιβλίο αυτό δεν προκαλεί κόπωση, συντηρώντας την ένταση και το ενδιαφέρον του αναγνώστη – τόσο εκείνου που έχει ήδη μια άποψη για τα ιστορικά γεγονότα όσο κι εκείνου που τα αγνοούσε. Μέχρις ότου…

…λίγο πριν την ηδονική ολοκλήρωση, ο Παδούρα αναδεικνύεται σε ιδανικό αυτόχειρα, υποπίπτοντας σε ασύγγνωστο αδίκημα – εκείνο των εξομολογήσεων (Αποκαλύψεις, είναι ο τίτλος του κεφαλαίου).

Ένα από τα εξόφθαλμα μειονεκτήματα της ψυχαγωγικής λογοτεχνίας, της καλούμενης και εμπορικής, είναι η ανάγκη του συγγραφέα για αναλυτικές εξηγήσεις, για καταύγαση όλων των αμφιλεγόμενων, διφορούμενων, σκοτεινών πλευρών με τις οποίες εμφορείται και από τις οποίες τρέφεται η λογοτεχνία. Αν σπεύσεις να επεξηγήσεις την αμφισημία, τι απομένει; Εφόσον δεν καινοτομείς υφολογικά, απομένει η πλοκή – αληθοφανής μεν και σίγουρα άκρως πειστική, αδιάφορη και ερόμυθη από λογοτεχνικής πλευράς.

Η χορογραφημένη συνάντηση των εμπλεκομένων στις τελευταίες σελίδες δεν είναι απλώς περιττή – δυναμιτίζει το ίδιο το έργο, καθώς αναζητά και προσφέρει βεβιασμένη κάθαρση, με τους ήρωες να εξηγούν υπερ-αναλυτικά στον εαυτό τους (και προφανώς στον αναγνώστη) τις πράξεις και τα κίνητρά τους. Είχα την εντύπωση πως αίφνης εμφανίζεται ο «Επιθεωρητής Smartass» κάποιου από εκείνα τα κακογραμμένα «αστυνομικά», συγκεντρώνει στην αίθουσα τους υπόπτους και αφού αποκαλύψει στο σαστισμένο κοινό τον ένοχο, εξηγεί στους βραδύνοες θεατές (και συβαρίτες αναγνώστες) επακριβώς τα κίνητρα, ώστε τίποτα να μην βαρύνει τη ραστώνη που ακολουθεί τη χώνεψη ποικίλων πεμμάτων.

«Και πού το κακό;» θα αναρωτηθεί ο καλοπροαίρετος αναγνώστης. Η απάντηση που δίνω εγώ, εντοπίζεται στο γεγονός πως με τον τρόπο αυτόν ο συγγραφέας εκπίπτει σε ρόλο προπαγανδιστή, καθώς νουθετεί τον αναγνώστη του, τον ποδηγετεί στο να οδηγηθεί στην ποθητή κάθαρση. Τίποτα λιγότερο από το να υποτιμά τη νοημοσύνη του (με τον τρόπο που επιτυγχάνει το εμπορικό σινεμά), δίνοντάς του όλα τα στοιχεία, εν είδει μασημένης τροφής. Έτσι, υποκαθιστά την κριτική σκέψη με τη βεβαιότητα της εξήγησης, τα συγκρουόμενα και συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενα συναισθήματα με προκάτ, οπότε όντας υποβαλλόμενα και όχι αυτοφυή καθίστανται παντελώς ακίνδυνα και ανενεργά.

Κάθε επιβεβλημένη εξομολόγηση, κάθε προσπάθεια βεβιασμένης κάθαρσης (που αγαπά και προσδοκά το κοινό!) τελικά αμβλύνει το αίσθημα της δίκαιης οργής. Εφόσον το βιβλίο είχε τελειώσει -ως όφειλε!- με τη δολοφονία του Τρότσκι, το αίσθημα αγανάκτησης, αυτή η διαταραχή στο πνεύμα και στις αισθήσεις που θα προέκυπταν αβίαστα στον αναγνώστη, θα τον συνόδευαν ως επίγευση. Κλείνοντας το βιβλίο, ο Αναγνώστης (με το Α κεφαλαίο!) θα έπρεπε χωρίς τα δεκανίκια που του σκάλισε ο Παδούρα να αναρωτηθεί ο ίδιος, από μόνος του, τα γιατί και τα πώς. Και έχοντας όλα τα στοιχεία που ο δεξιοτέχνης συγγραφέας τού προσέφερε στην πορεία, να βρει τις απαντήσεις εκείνες που του ταιριάζουν.

Συγκεφαλαιώνοντας: Ο Παδούρα δεν μπόρεσε να αποφύγει το κλασικό σφάλμα των απανταχού γραφιάδων: προσέφερε την υπέρτατη ευκολία των απαντήσεων -όλων των απαντήσεων!- αντί να θέσει με δεξιοτεχνικό τρόπο τα ερωτήματα και να αποχωρήσει διακριτικά από τη σκηνή, αφήνοντας στον ώριμο Αναγνώστη το επίμοχθο έργο να παραμείνει πρωτότυπος – που σημαίνει, να σκεφτεί για τον εαυτό του.

Διότι τελικά η μεγάλη Λογοτεχνία στηρίζεται στο μυστήριο, στο άρρητο (έστω στο υπόρρητο) και όχι στο ρητό, στο διαφανές, στο κοινολογούμενο. Θυμίζω, για μια ακόμα φορά, τον Ναμπόκοφ: «Η λογοτεχνία δεν γεννήθηκε τη μέρα που ένα αγόρι βγήκε φωνάζοντας ‘Λύκος, λύκος!’ από το δάσος, με έναν μεγάλο μαύρο λύκο στο κατόπι του. Η λογοτεχνία γεννήθηκε τη μέρα που ένα αγόρι βγήκε από το δάσος φωνάζοντας ‘Λύκος, λύκος!’ και λύκος δεν υπήρχε…»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s