Αύγουστος – Τζ. Γουίλιαμς

Η ματαιότητα, αυτό το λιμάνι στο τέλος του κόσμου, όπου όλοι καταφεύγουν έχοντας απωλέσει και τις τελευταίες εφήμερες ελπίδες τους, ήταν κάτι που πάντα με είλκυε στην τέχνη. Αυτό το ανέλπιδο βήμα στο κενό, με βλέμμα καθαρό, εν πλήρη επιγνώσει πως το τίποτα σε προσμένει με ανοιχτές αγκάλες, πως κι εσύ, όσο θαυμαστά τα επίγεια έργα σου, θα χαθείς στο πουθενά μαζί με τις αμέτρητες στρατιές θνητών που προηγήθηκαν, αποτελεί αέναα φόβητρο για εμάς τους κοινούς θνητούς.

Για τους άλλους, όμως, εκείνους που περιγελούν το μηδέν με την έμπνευση, επιχωματώνοντας το κενό με τη δημιουργία, η ματαιότητα αρδεύει την τέχνη τους, επιτρέποντάς τους να ψαύσουν τον τρόμο της απώλειας με χέρια γυμνά, μάτια ορθάνοιχτα στο σκότος, με περιφρόνηση συχνά για τις χαμένες ευκαιρίες, αλλά με «λύπη κιόλας και ευσπλαχνία». Η τέχνη τρέφεται τελικά από τον ζόφο, τον εγκυμονεί και τον ανέχεται, όχι γιατί είναι απλά και μόνο πεισιθάνατη, αλλά γιατί τον χωνεύει και τον εξεμεί, προσφέροντας σε εμάς τους λοιπούς τη «Δι’ ελέου και φόβου» λύτρωση, εκείνη τη «στενή πύλη και τεθλιμμένη οδό» που μας συγκρατεί οριακά επάνω από το χάος που καραδοκεί κάθε στιγμή να μας καταπιεί.

Ο πρόλογος για το μυθιστόρημα αυτό ήταν απαραίτητος, προκειμένου να μεταφέρω κάποια από τα αισθήματα και τις σκέψεις που μου υπέβαλε, τα οποία όμως δεν ήταν και τα μόνα. Ο «Αύγουστος» μπορεί εκ πρώτης να είναι ένα ιστορικό έργο, αλλά επ’ ουδενί δεν είναι αποκομμένο από την κοσμοθεωρία, τους προβληματισμούς και το αφηγηματικό ύφος του Williams όπως τα γνωρίσαμε στον «Στόουνερ». Φτάνοντας στο μέσο και κινούμενος προς το τέλος, αναγνώρισα όλα εκείνα τα στοιχεία που απήλαυσα σε εκείνο το εξαιρετικό βιβλίο: τη χαμένη νεότητα, την αίσθηση του καθήκοντος που συνοδεύεται από το χαράμισμα μιας ολόκληρης ζωής και στο τέλος τη ματαιότητα, την κυριαρχία του τυχαίου (ή της μοίρας) που αποκαθηλώνει τα πάντα. Και, μόνη προοπτική, η καθαρτήριος τέχνη, ως επωδός.

Ομολογώ πως ως το δεύτερο μέρος του βιβλίου, υπήρξα συγκρατημένα θετικός, καθώς μου έλειπαν κάποια στοιχεία που διέτρεχαν τον «Στόουνερ» – συγκεκριμένα, η αφαίρεση κι ο μινιμαλισμός στην αφήγηση. Στον «Αύγουστο», ο Williams είναι πιο επεξηγηματικός, ίσως πληθωρικός για τα μέτρα του (μου). Αποκόμισα την αίσθηση πως όλα αναλύονταν κατά τι παραπάνω, καθιστώντας το εγχείρημα ελαφρώς πιο εύπεπτο από ό,τι όφειλε, κάτι που ομολογώ ότι δεν είχα νιώσει σε καμία σελίδα του «Στόουνερ».

Ίσως είναι κι ο βασικότερος λόγος που αρκετοί αναγνώστες είχαν βρει το βιβλίο εκείνο «επίπεδο», «βαρετό», «ανούσιο». Συγκεκριμένα, αυτή η εκούσια αφαίρεση…αφαιρούσε από τον αναγνώστη την άμεση/ εύκολη δυνατότητα ταύτισης με τον ήρωα που πελαγοδρομούσε ακροπατώντας στα συναισθήματα και τη ζωή του. Τα αυτά δεν ισχύουν όμως στην περίπτωση του «Αυγούστου», ο οποίος ανοίγεται, αφήνεται ευπροσήγορα στην ανάγκη ταύτισης του αναγνώστη, με τρόπο όμως συντεταγμένο και προσεκτικό, ακολουθώντας υφολογικά μια σαφώς πιο στρογγυλεμένη και ευέλικτη γραφή. Όταν μάλιστα ο «έτοιμος από καιρό» αναγνώστης προσεγγίζει το κορυφαίο 3ο μέρος, η μέθεξη είναι δεδομένη.

Δεδομένων αυτών, απλά θα προσυπογράψω κι εγώ με τη σειρά μου πως το «Στόουνερ» παραμένει το κορυφαίο του έργο, στη λογική που προανέφερα: Όσα υπονοούνται στην τέχνη, συχνά είναι σημαντικότερα από εκείνα που δηλώνονται απροκάλυπτα. Η λειτουργία (με τη θρησκευτική έννοια ομού) του λόγου οφείλει να είναι ανεπαίσθητη και υπαινικτική, αφήνοντας τον θηρευτή-αναγνώστη να πλεύσει στα αχαρτογράφητα νερά, χωρίς μπούσουλα άλλο πλην της προσωπικής του αισθητικής, ενώ ο συγγραφέας παραμένει εκουσίως στη σκιά, φωτίζοντας ελαφρώς τα νυχτοπερπατήματά του από παράγραφο σε παράγραφο.

Και επειδή καμία έννοια, αξία και κρίση δεν υφίσταται αυθύπαρκτη στον κόσμο ετούτο παρά μόνο συγκρινόμενη με ετέρα ομοειδή, ο «Αύγουστος» είναι ένα εξαίρετο μεν βιβλίο, υπολείπεται δε σαφώς του «Αδριανού Απομνημονεύματα» της Μ. Γιουρσενάρ – ενός από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα (ανεξαρτήτως κατηγορίας) βαθιά πεσιμιστικού, θρηνητικού ύμνου για τη ματαιότητα των ανθρώπινων πεπραγμένων. Τούτο, βέβαια, δεν αφαιρεί ουδόλως από το έργο του Williams, μιας και η σύγκριση με το magnum opus της Γιουρσενάρ επιβεβαιώνει την αξία του. Υπάρχει, εν τέλει, μια ευταξία στο έρεβος και εκείνοι που το υπηρετούν οφείλουν να το πράττουν κατανυκτικά και με πλήρη επίγνωση του ρόλου τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s