Μίντλμαρτς – Τζ. Έλιοτ

Ξεκινώ με ερώτηση: «Γιατί να διαβάσει κάποιος ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1871 και αναφέρεται στη Βικτωριανή εποχή;» Αφήνω τον O. Wilde να δώσει μια πρώτη απάντηση: «Τα πάντα έχουν σημασία στην τέχνη, εκτός από το θέμα». Όσο όμως κι αν τα αποφθέγματα είναι ενδιαφέροντα, ιδίως εφόσον τεχνηέντως έχει εμφιλοχωρήσει κάποια αυθεντία ως επιχείρημα, δεν αρκούν. Συνεχίζω…

Δεν διαβάζω το Middlemarch για να μάθω ποιες είναι οι σχέσεις εξουσίας, σε κοινωνικό, ταξικό, φυλετικό, οικογενειακό, προσωπικό επίπεδο την εποχή της Eliot. Δεν αντιλέγω πως κάθε έργο εκτυλίσσεται σε ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο, του οποίου λειτουργεί συχνά ως καθρέφτης, εμπεριέχοντας εντός του θραύσματα αυτής, εν μέρει ή εν όλω.

Αλήθεια, όμως, τι μπορεί να προσφέρει μια υπόθεση που εξαντλείται, εν τάχει, στο ποιος θα παντρευτεί ποιον, στο πώς κάποιοι εκνευριστικά προνομιούχοι αριστοκράτες θα διατηρήσουν τα προνόμιά τους, δίχως να χάσουν κάτι από το κύρος τους ερχόμενοι σε επαφή με «κατώτερους» ανθρώπους, ενώ ταυτόχρονα καταπιέζουν και καταπιέζονται σε βαθμό ευνουχισμού, όντες έρμαια των απωθημένων τους παθών;

Εφόσον επιθυμούσα να μάθω περισσότερα για τη Βικτωριανή εποχή (ή όποια άλλη), θα ήταν προτιμότερο να αναζητήσω απαντήσεις σε κάποιο από τα πάμπολλα ιστορικά έργα με σχετικό αντικείμενο. Δεν υπάρχει χρεία ανάγνωσης 1050 πυκνογραμμένων σελίδων για το σκοπό αυτόν. Δεν υπάρχει λόγος, επίσης, να διαβάσω το Middlemarch για την «κοινωνική του κριτική» στα Βικτωριανά ήθη (τα οπισθόφυλλα των περισσότερων βιβλίων χρησιμοποιούν ανερυθρίαστα την κριτική μιας εποχής ή συστήματος ως κράχτη).

Η απελπισμένη (και απελπιστικά φτηνή) ανάγκη αιτιολόγησης/ωφελιμότητας της ανάγνωσης, αποτελεί διαχρονική «πληγή» που έχει δυναστεύσει την τέχνη από καταβολής της. Συγκεκριμένα, η ανάγκη αποκόμισης κάποιου οφέλους, κάποιου νοήματος, κάποιου διδάγματος, η οποία προκύπτει από την ενοχική αμφισβήτηση της απόλαυσης που δεν απορρέει και δεν συνδέεται άμεσα με κάποιον κοινωνικά αποδεκτό σκοπό.

Και έρχομαι στην ουσία του επιχειρήματός μου: Δεν χρειάζεται να διαβάσω λογοτεχνία για όποιον «σοβαρό» εξωγενή και αλλότριο σκοπό. Εξηγούμαι: Η λογοτεχνία είναι ατομική υπόθεση και δεν (πρέπει να) έχει άλλο στόχο πλην της προσωπικής απόλαυσης. Η λογοτεχνία σε όποια μορφή (εύληπτη, δυσνόητη δεν έχει σημασία) δεν ενέχει τέλος (σκοπό), δεν αποσκοπεί στην κοινωνική αλλαγή, δεν στοχεύει στο να φτιάξει «έναν καλύτερο κόσμο» και τα τοιαύτα, διότι τότε εκπίπτει στον διδακτισμό, αυτοκαταργούμενη ως έννοια και ουσία.

Η τέχνη ΔΕΝ είναι η ζωή (το αντίστροφο μπορεί σπανίως να ισχύσει)! Η τέχνη «αρδεύεται» από τους παραποτάμους της πραγματικότητας, από το ίζημα και τον αφρό της, ώστε να μεταστοιχειώσει τα στοιχεία αυτά σε μια ποιοτικά διαφορετική ολότητα. Η τέχνη είναι μια μεταγλώσσα που απλά χρησιμοποιεί τους κανόνες (και αυτό όχι πάντα) της επικοινωνίας για τους απόλυτα και «αυτιστικά» δικούς της λόγους. Αν θέλει να είναι τέχνη και όχι διαφημιστικό φυλλάδιο ή -χειρότερα- πολιτικό μανιφέστο για ενοχικούς ζηλωτές που αναζητούν τη χρησιμότητα σε κάθε ανθρώπινη εκδήλωση.

Η τέχνη, τέλος, δεν έχει ουδεμία ηθική διάσταση (γι’ αυτό και σώζει ψυχές), υποχρέωση ή δέσμευση, πλην εκείνης μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη. Μπορεί, παρεμπιπτόντως, κάτω από ειδικές περιστάσεις, να λειτουργήσει ως καθρέφτης, φέρνοντάς μας σε επαφή και αναδεικνύοντας ασυνείδητες πτυχές του εγώ μας, μέσα από την –εξίσου σπάνια κι αυτή- σύνδεση με τον συγγραφέα και το έργο του. Γιατί να ζητήσει κάποιος οτιδήποτε περισσότερο;

Διαβάζω το Middlemarch, για να επανέλθω, διότι προσφέρει υψηλή αναγνωστική απόλαυση. Διότι στις σελίδες του η Eliot χρησιμοποιεί την αφηγηματική της τέχνη για να εισχωρήσει εις βάθος στην ψυχοσύνθεση των ηρώων της, ενδοσκοπώντας, αναλύοντας κίνητρα, σχολιάζοντας ανθρώπους και καταστάσεις με τρόπο απαράμιλλο.

Διαβάζω το Middlemarch, όντας εχθρός του λογοτεχνικού σχετικισμού (του «ό,τι μου αρέσει είναι καλό!», λες και το γούστο δεν διαμορφώνεται επίπονα και σταδιακά μέσω της παιδείας, αλλά είναι αυτοφυές), διότι είναι ένα κείμενο κλασικό με την εξής έννοια: Αυτό που θα αποκομίσει ο σύγχρονος αναγνώστης από πλευράς αφηγηματικής απόλαυσης (και όχι νοήματος, γνώσης κ.ο.κ.) παραμένει αυτούσιο σε σχέση με την εποχή που γράφτηκε.

Γιατί; Διότι, κατά βάση, η ανθρώπινη κατάσταση (τα πάθη, οι φόβοι, οι επιθυμίες, οι ματαιώσεις) παραμένει αναλλοίωτη και ο μεγάλος Συγγραφέας «υπερχειλίζει» τα όποια χρονικά «φράγματα» φύλου, τάξης, θρησκείας, έθνους, συνομιλώντας με τον αείποτε Άνθρωπο. Όταν αφαιρέσεις τη «φλούδα'» της εποχής, παραμένει ολόδροσο και μεθυστικό το άρωμα του λόγου.

Δεν ισχυρίζομαι πως η ανάγνωση του Middlemarch είναι περίπατος «εν αιθρία», καθότι απαιτεί έναν εν γρηγόρση αναγνώστη, περιπαθή, ευεπίφορο στην απόλαυση που βασίζεται στην αργή και μεθοδική ανάγνωση, στον στοχασμό και στην επίγευση του λόγου, της φράσης που κλωθογυρίζει στο μυαλό, ακόμα και μετά το πέρας της παραγράφου, αναγκάζοντάς τον συχνά να επανέλθει, διακόπτοντας τη ροή της υπόθεσης προς χάριν της κατανόησης.

Εφόσον, βέβαια, κάποιος επείγεται να ολοκληρώσει ώστε να προχωρήσει στο επόμενο ανάγνωσμα, έχοντας δεσμευτεί στο challenge των 50, 80, 100 βιβλίων του Good Reads, μάλλον θα απογοητευτεί από τον χρόνο που θα απαιτήσει αυτό το βιβλίο. Αν όμως αποφασίσει να του αφιερωθεί ως να είναι το πρώτο και ίσως το τελευταίο της χρονιάς, θα έχει κατακτήσει έναν πολύ πιο ουσιαστικό στόχο και μια ψυχαγωγία (αγωγή της ψυχής) καθαρτήρια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s